
Την άνοιξη του 2015 κάναμε πρόβα στο έργο του Ιονέσκο, Το Μέλλον είναι στα Αυγά, στο θέατρο ΚΑΡΕΖΗ. Τον ίδιο καιρό ο Φαίδων Πατρικαλάκις δούλευε με τον Κώστα Καζάκο το Τέλος του Παιχνιδιού, του Μπέκετ. Ο Φαίδων ήρθε και παρακούθησε μερικές πρόβες μας.
Ο Φαίδων ήταν δάσκαλος μου στη Σχολή· μας δίδασκε σκηνογραφία. Σε όσους από μας είμασταν πιο κοντά στη σκέψη του, δίδασκε και ανθρώπινο ήθος· διακριτικότητα, σεμνότητα και πάθος για το αντικείμενο της δουλειάς του.
Μετά τη Σχολή βλεπόμαστε σπάνια. Δεν δούλεψε στο Θέατρο Τέχνης, αλλά ήταν και μεγάλα χρονικά διάστημα στο νησί του, τη Λέρο.
Πάντα διατηρούσαμε μια μεγάλη αμοιβαία εκτίμηση, αλλά από μακρυά.
Όταν ήρθε στην πρόβα είχα μεγάλη αγωνία πώς θα του φανεί, γιατί με ενδιέφερε πολύ η γνώμη του. Ήταν εξ άλλου “ειδικός” στο Θέατρο του Παραλόγου, αφού το είχε ζήσει από κοντά και είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα στα χρόνια των σπουδών του στο Παρίσι.
Είπε, ότι του άρεσε όπως το κάναμε. Μάλλον γι’ αυτό ξαναήρθε και σε άλλες πρόβες.
Μια μέρα ήρθε και μου έφερε μια τσάντα γεμάτη βιβλία και ανέκδοτα θεατρικά έργα του. Ένα από τα βιβλία ήταν το μυθιστόρημά του Χάρμα Οφθαλμών, με μια θερμή αφιέρωση. Το διάβασα μετά το θανατό του κι έτσι δεν πρόλαβα να του εκφράσω την αγάπη μου.
Η επιλογή αυτών των αποσπασμάτων από το βιβλίο που αναφέρεται στη σχέση του Φαίδωνα με τον Κουν και το Θέατρο Τέχνης, ας θεωρηθεί ελάχιστος φόρος μνήμης σε έναν αξέχαστο Δάσκαλο.

Γράφει λοιπόν ο Φαίδων:
[…] Στην Αθήνα λίγο καιρό αφού επέστρεψα από το Παρίσι, κηρύχθηκε η δικτατορία. Κανένας δεν πίστευε ότι θα συνέβαινε, όμως, να που έγινε! Όπως πάντα κάθε βράδυ, άκουγα κλασική μουσική από το τρίτο πρόγραμμα, όμως εκείνη τη νύχτα αντί για κλασική μουσική μετέδιδαν συνεχώς εμβατήρια. «Τι κακογουστιά!» είπα από μέσα μου. «Τι τους έπιασε;» Μόνο την άλλη μέρα το πρωί που με επισκέφτηκε στο σπίτι μου ο Δημήτρης Ποταμίτης πληροφορήθηκα για τη δικτατορία. Ζωγράφιζα συνεχώς, σκόπευα να εκθέσω τους πίνακες μου στη γκαλερί Άστορ και αυτό με απασχολούσε αποκλειστικά.

Διάβασα στις εφημερίδες ότι «το Θέατρο Τέχνης» θα ανέβαζε «Το Καλοκαίρι» του Βεϊγκαρντέν. Ήθελα να συναντήσω τον Κουν και να του δείξω το σκηνικό που είχα σχεδιάσει γι’ αυτό το έργο δύο χρόνια πρωτύτερα στο Παρίσι. Είχα συνδεθεί στη γαλλική πρωτεύουσα με τον Βεϊγκαρντέν και ήθελα να πω στον Κουν ότι τον γνωρίζω και να του μιλήσω για τις απόψεις του για το ανέβασμα του έργου. Τελικά τον συνάντησα, συζητήσαμε πολλά πράγματα που αφορούσαν το θέατρο της Γαλλίας και φεύγοντας μου ανέθεσε να του σχεδιάσω το σκηνικό και τα κοστούμια για το «Καλοκαίρι» του Βεϊγκαρντέν, δυστυχώς όμως η λογοκρισία έκρινε το έργο ακατάλληλο και το απέρριψε.
Παρόλα αυτά ο Κουν το ετοίμασε κρυφά και ζήτησε από τους υπεύθυνους της λογοκρισίας να ’ρθουνε να δούνε την πρόβα, για να διαπιστώσουν ότι το έργο δεν έχει κανένα υπονοούμενο εναντίον της χουντικής κυβέρνησης. Δουλεύαμε το «Καλοκαίρι» χωρίς να είμαστε σίγουροι ότι πραγματικά θα ανέβαινε. Ο Κουν είχε θυμώσει φοβερά, δεν έβρισκε ησυχία, κάπνιζε διαρκώς. «Σίγουρα δεν κατάλαβαν το έργο. Μα είναι ηλίθιοι, τι άλλο να πω. Πιο αθώο έργο από αυτό δεν θα έχει υπάρξει». Για μένα που ήταν η πρώτη σκηνογραφία που πραγματοποιούσα στην Ελλάδα, το γεγονός αυτό είχε αποκτήσει δραματικές διαστάσεις, αλλά το ίδιο ίσχυε και για τον Μόρτζο και τον Λογοθέτη, που υποδύονταν τους γάτους, και για τον Αντύπα και την Αδαμάκη, τα δύο παιδιά του έργου.
Η επιτροπή της λογοκρισίας μόνο όταν είδε την πρόβα της παράστασης πείστηκε ότι το «Καλοκαίρι» δεν έκρυβε τίποτα το επιλήψιμο και τελικά επέτρεψαν να παρουσιαστεί στο κοινό αφαιρώντας βέβαια πολλές λέξεις που τους φαινόταν προκλητικές και κάπως ύποπτες.
Μετά την παράσταση του «Καλοκαιριού» του Βεϊγκαρντέν, οι σχέσεις μου με τον Κουν έγιναν πολύ στενές. Πήγαινα σχεδόν κάθε βράδυ στο θέατρο και του παρουσίαζα ένα σωρό σχέδια σκηνικών για διάφορα μοντέρνα έργα.

‘Οταν σχέδιαζα τα σκηνικά και τα κοστούμια για το «Περιμένοντας τον Γκοντό», μετά από κάθε πρόβα, ο Κουν μάς έκανε το τραπέζι, πάντα στο Ιντεάλ, που τότε ήταν ένα πολύ σεμνό τυπικό εστιατόριο. Όσα έβγαζε ο Κουν από το θέατρο τα ξόδευε για να τραπεζώνει τους ηθοποιούς και τους συνεργάτες του. Ήταν πολύ όμορφα εκείνα τα μυθικά γεύματα, στα οποία επικρατούσε ατμόσφαιρα σοβαρή και οι συζητήσεις στρέφονταν γύρω από την προετοιμασία των επόμενων έργων. Αποτελούσαν μια προέκταση της πρόβας, λέγονταν πράγματα αυθόρμητα, έπεφταν ιδέες, σχέδια για το μέλλον.
Ο Κουν συχνά διηγιόταν τα όνειρα που έβλεπε τη νύχτα, κυρίως επρόκειτο για εφιάλτες. Είχε ένα περίεργο τρόπο να κουβεντιάζει γι’ αυτά, σχεδόν τον τρόμαζαν και τον γοήτευαν συγχρόνως, του αποκάλυπταν μηνύματα, γι’ αυτό πάντα τον απασχολούσαν. Από τα όνειρά του πολλές φορές εμπνεόταν, τα εκτιμούσε πολύ -γι’ αυτό τους έδινε και τόσο μεγάλη σημασία. […]
«Δεν είσαι ο μόνος που υποφέρεις με τους σκηνοθέτες και τους ρόλους, Αντρέα. Να δεις εγώ τι τράβηξα κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του “Περιμένοντας τον Γκοντό”. “Το σκηνικό πρέπει να παρουσιάζει κάτι το υγρό, κάτι σαν μούχλα, έτσι το βλέπω” μου είπε ο Κουν βαθυστόχαστα. “Θέλω το δέντρο να είναι κάτι σαν σκελετός, φρόντισε να γίνει όπως πρέπει, θέλω επίσης κάπου να κάθεται ένας από τους ηθοποιούς, μια πέτρα, ας πούμε, αλλά η πέτρα αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα ουσιαστική, πρόσεξέ την”. Είχα σπάσει το κεφάλι μου να βρω το σχήμα του δεντρου και της πέτρας· ευτυχώς ανακάλυψα ένα μικρό χαλίκι στο δρόμο, και του άρεσε. “Αυτό το σχήμα να δώσεις στην πέτρα” μου είπε. Εν τω μεταξύ είχαμε αλλεπάλληλες συζητήσεις για το ριγωτό παντελόνι που θα φορούσε ο Χατζημάρκος, ο οποίος υποδυόταν ένα από τα δύο κεντρικά πρόσωπα. Μας πήραν πολύ χρόνο οι συζητήσεις μας, γύρω από το μέγεθος που θα έπρεπε να έχουν οι ρίγες. Δυσανασχετούσα γιατί αντιλαμβανόμουν ότι όλα αυτά ήταν παρατραβηγμένα και υπερβολικά, σπαταλιόταν πολύ ενέργεια σε λεπτομέρειες που είχαν ελάχιστη σημασία ενώ ατονούσαν άλλα πιο ουσιώδη πράγματα. Στις πρόβες ο Κουν έδινε ένα σωρό πολύ χρήσιμες οδηγίες στους ηθοποιούς. Εξηγούσε με μοναδικό και άμεσο τρόπο τις ιδιομορφίες του έργου, το ύφος και την ατμόσφαιρα που έπρεπε να δημιουργηθεί. Σε κάποια από εκείνες τις αλησμόνητες πρόβες είχε θυμώσει τρομακτικά με τον Χατζημάρκο, που αρνιόταν να φορέσει τις αρβύλες που του είχε διαλέξει. Πέταξε κάτω στο πάτωμα οτιδήποτε βρισκόταν πάνω στο μικρό τραπέζι που χρησιμοποιούσε μόνιμα στις πρόβες, όπου τοποθετούσε τις σημειώσεις και τους καφέδες του. Πετάχτηκε απότομα όρθιος και άρχισε να ουρλιάζει πυρωμένος από νεύρα και θυμό. “Σας βαρέθηκα όλους” και εγκατέλειψε την αίθουσα σαν σίφουνας. Ποτέ άλλοτε δεν τον είχα αντικρίσει τόσο πολύ θυμωμένο. Οι μαθητές της σχολής που παρακολουθούσαν τις πρόβες αναστατώθηκαν, δεν ήξεραν πώς να συμπεριφερθούν. “Θύμωσε ο Κουν”, έλεγε ο ένας στο άλλο με κάποιο χαμένο ύφος, λες και είχε έρθει η συντέλεια του κόσμου.
Ωστόσο την επόμενη μέρα στην πρόβα, όλα πήγαν ρολόι. Τίποτα δεν πρόδιδε τι ακριβώς είχε συμβεί την προηγούμενη μέρα. Τα πάντα λειτουργούσαν θαυματουργά, οι θυμοί του Κουν λες και αποκαθιστούσαν κάποια μαγική ισορροπία και από μια μεριά φαίνεται ότι ήταν εντελώς απαραίτητοι. Μόλις φτάνανε οι ηθοποιοί το πρωί για τις πρόβες, το πρώτο πράγμα που τους απασχολούσε ήταν να πληροφορηθούν αν ο Κουν κοιμήθηκε καλά, αν είχε δει στον ύπνο του εφιάλτες, αν ήταν ήρεμος ή θυμωμένος. Τα πάντα εξαρτιόνταν από τις μεταβαλλόμενες διαθέσεις του Κουν». […]
«Όλα τα επαγγέλματα έχουν, αγαπητέ μου, τα προβλήματά τους. Τουλάχιστον εσύ συνεργάζεσαι με ένα από τα καλύτερα θέατρα της Αθήνας και συναναστρέφεσαι με τον Κουν που είναι ένας από τους πιο αξιόλογους σκηνοθέτες της χώρας μας».
«Δεν λέω το αντίθετο, ξέρω ότι είμαι ιδιαίτερα τυχερός, αλλά δεν υπάρχει τίποτα χωρίς το απαιτούμενο τίμημα. Όταν σχέδιαζα το σκηνικό για το “Καλοκαίρι” του Βεϊ- γκαρντέν, ξέρεις πόσο πολύ βασανίστηκα και αγχώθηκα; Το σκηνικό παρουσιάζει ένα μέρος ενός κατάλευκου εξοχικού σπιτιού, με μια υποτυπώδη πέργκολα στο μπροστινό μέρος, το βασικό χρώμα ήταν το λευκό και κάπως και το χρυσό. Το σκηνικό αποτελούνταν από τα δύο αυτά χρώματα, με τα οποία ήθελα ν’ αποδώσω την αίσθηση του καλοκαιριού, τη λάμψη του ήλιου και την αναγκαιότητα της δροσιάς που υποβάλλει το λευκό. Όσο έδειχνα το σκηνικό σε κάποιον υπεύθυνο των σκηνικών, με κοίταζε καλά, καλά και μου έλεγε. “Βρε παιδί μου, είσαι βέβαιος ότι ο Κουν θα δεχτεί να βάλεις στη σκηνή του θεάτρου ένα κατάλευκο σκηνικό; Αυτός ακόμα και το γκρίζο το βρίσκει πολύ φωτεινό”.
Το είπα αυτό στον Λαζάνη και με διαβεβαίωσε ότι μια και ο Κουν δέχτηκε να γίνει το σκηνικό λευκό, δεν θα είχε καμιά αντίρρηση. Μέχρι την πρεμιέρα του έργου δεν έκλεισα μάτι, ευτυχώς το κατάλευκο σκηνικό άρεσε τελικά στον Κουν, γεγονός που άφησε άναυδους και τους τεχνικούς του θεάτρου αλλά και τους ηθοποιούς, που γνώριζαν την αντιπάθειά του για τα φωτεινό χρώματα. Καθώς αντιλαμβάνεσαι, εκτός από τον εφιάλτη του σκηνικού, είχα να αντιμετωπίσω στην πραγματικότητα και δύο σκηνοθέτες, τον Λαζάνη, ο οποίος ήταν τυπικά υπεύθυνος για τη σκηνοθεσία του έργου, αλλά κυρίως τον Κουν, που έλεγχε τυραννικά τα πάντα». […]

‘Οταν μερικές μέρες μετά επέστρεψα στην Αθήνα, ο Κουν μου ζήτησε να σχεδιάσω το σκηνικό και τα κοστούμια της Λυσιστράτης που θα παρουσίαζε στο θέατρο Aldwychτου Λονδίνου. Μέχρι τότε, δεν είχε σκεφτεί ότι θα μπορούσα να ασχοληθώ με την αρχαία κωμωδία. Επειδή είχα σπουδάσει στο Παρίσι, με προόριζε για σκηνογραφίες μοντέρνων έργων. Είχε προσλάβει για τη Λυσιστράτη έναν άλλο σκηνογράφο, όμως επειδή δεν μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί του, μου ζήτησε δοκιμαστικά να του κάνω μερικά σχέδια. Του σχεδίασα μερικά πρόχειρα κοστούμια κι ενθουσιάστηκε.
«Σε νόμιζα ικανό μόνο για το “θέατρο του παραλόγου” και δεν μπορούσα καθόλου να φανταστώ ότι θα τα κατάφερνες με την αρχαία ελληνική κωμωδία», μου είπε με το γνωστό τρυφερό του χαμόγελο.
Κάθε κοστούμι το σχέδιασα δύο και τρεις φορές, είχα κάνει τόση πολύ δουλειά, που θα μπορούσα να καλύψω σχεδόν όλες τις κωμωδίες του Αριστοφάνη. Ο Κουν μου ζήτησε να χρησιμοποιήσω ακριβά υφάσματα, κυρίως ιδιαίτερα μαλακά, να μην τσαλακώνονται εύκολα. Μου υπέδειξε ότι τα κοστούμια των ηθοποιών έπρεπε να είναι απόλυτα λειτουργικά και εκφραστικά. Όλα τα κοστούμια γίνονταν από υφαντά, υφάσματα τα οποία είχαν παραγγελθεί στην Κρήτη. Κατόπιν πήγαιναν στο βαφείο, μια και τα χρώματα που είχα διαλέξει δεν υπήρχαν στην αγορά. Οι φόρμες του χορού και των ρόλων βάφτηκαν δύο και τρεις φορές για να αποκτήσουν το κατάλληλο χρώμα του σώματος. Πολλά από τα χρώματα των κοστουμιών, στην αρχή δεν άρεσαν στον Κουν, μου ζητούσε να τ’ αλλάξω, και μετά από λίγο καιρό τα ήθελε να γίνουν όπως ήταν πρώτα.
Στη Λυσιστράτη εκτός από τις άλλες δυσκολίες και τα προβλήματα, και τα υφαντά υφάσματα ήταν όλα στολισμένα με σχέδια που έγιναν με στάμπες. Όλοι οι ηθοποιοί που λάμβαναν μέρος σ’ εκείνη την παράσταση με είχαν βοηθήσει στη διακόσμηση με τις στάμπες, η Μάγια Λυμπεροπούλου, η Ρένη Πιττακή, ο Αρμένης, ο Παπαϊωάννου, ο Κουγιουμτζής, η Κοταμανίδου, η Αλεξανδράκη, η Καραγιάννη, ο Βουτέρης, ο Μπουσδούκος, ο Καρακατσάνης, ο Χρυσικάκος και πολλοί άλλοι. Αν όλοι αυτοί δεν είχαν βάλει το χεράκι τους, δεν θ’ ανέβαινε ποτέ αυτή η ιστορική παράσταση του Αριστοφάνη.
Συχνά ο Κουν μου έλεγε: «Πολλές φορές, ίσως να σε παρασέρνω, αλλά φρόντιζε εσύ να επιμένεις στη δική σου άποψη, κοίταξε εσύ να βρεις ποιο είναι το σωστό».
Όταν σε κάποια πρόβα δοκίμαζε τους ηθοποιούς για το χορό της Λυσιστράτης, μου είπε εμπιστευτικά. «Η Α είναι πολύ κοντή και δεν ταιριάζει με τους υπόλοιπους, αποφάσισα να τη βγάλω».
«Αυτή που θέλετε να βγάλετε, εμένα μου αρέσει περισσότερο από τις υπόλοιπες γυναίκες, γιατί από μόνη της είναι πολύ αστεία και επί πλέον κατά τη γνώμη μου διαθέτει πολύ όμορφη κίνηση».
«Ίσως να έχεις δίκιο».
Μετά από λίγο καιρό μου ομολόγησε ότι την Α θα την κρατούσε τελικά, γιατί ό,τι της υποδείκνυε να κάνει, το πρόβαλλε πολύ όμορφα.
Δουλεύοντας με τον Κουν έπρεπε να έχεις πολύ υπομονή, κουράγιο και απεριόριστο χρόνο, πολλές φορές με έπαιρνε στο τηλέφωνο αργά τη νύχτα και μου έλεγε τη γνώμη του για πράγματα που έπρεπε να ξαναγίνουν από την αρχή.
Στις πρόβες ανακάλυπτε τα καλύτερα στοιχεία που διέθεταν οι ηθοποιοί του, εμπνεόταν από τις κινήσεις και τη συμπεριφορά τους. Όταν δούλευε το χορό έλεγε στους ηθοποιούς: «Να, έτσι πρέπει να το κάνετε, όπως ο Α, κοιτάξτε τι ωραία το κάνει, προσπαθήστε». «Να, τώρα ο Γ το κάνει καλύτερα από τον Α, για προσπαθήστε και εσείς. Φροντίστε οι κινήσεις σας να έχουν στόχο και νόημα, προσπαθήστε να γεύεστε τις κινήσεις σας, να σας πείθουν και να σας ευχαριστούν. Προσπαθήστε πάλι, μη ξεχνάτε, ότι η κάθε σας λέξη και η κάθε σας κίνηση πρέπει να έχει αντίκρισμα, τα λόγια να ταυτίζονται με την κίνηση και η κίνηση με τα λόγια. Να ακούτε αυτά που λέτε και να συμπεριφέρεστε ανάλογα».
Αν αντιλαμβανόταν ότι κάποιοι από τους ηθοποιούς δεν μπορούσαν να κάνουν αυτά που τους υποδείκνυε νευρίαζε και γινόταν απότομος και δύστροπος.
Όλοι οι ηθοποιοί φρόντιζαν να δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό. Ο Κουν το εκτιμούσε ιδιαίτερα, όμως στην εξέλιξη της πρόβας, καθώς ούτε κι αυτό του ήταν αρκετό, κι αφού συνέχιζε να τους βγάζει κυριολεκτικό το λάδι ζητώντας τους το ακατόρθωτο, στο τέλος, τις περισσότερες φορές, το κατόρθωναν.
Συχνά ο Κουν αναφερόταν στον Τσαρούχη. Μου έλεγε: «Ο Τσαρούχης τα κοστούμια της Λυσιστράτης θα τα έφτιαχνε διαφορετικά, όμως και τα δικά σου είναι καλά. Ο Τσαρούχης ποτέ δεν θα χρησιμοποιούσε τόσο έντονα χρώματα, ωστόσο τα δικά σου είναι αλλιώτικα, πάντως μου αρέσουν. Για κοίταξε αυτή τη μάσκα που χρωμάτισε ο Τσαρούχης, έτσι να τις φτιάξεις κι εσύ», κι αμέσως άλλαζε γνώμη, «να τη χρωματίσεις όπως εσύ νομίζεις».
Εμένα όσες φορές μου μιλούσε για τον Τσαρούχη ανατρίχιαζα, δεν τον πήγαινα καθόλου, ένιωθα μια βαθιά αντιπάθεια γι’ αυτόν τον άνθρωπο, γιατί ήταν ιδιαίτερα δύστροπος, αλλά ούτε και η ζωγραφική του μου άρεσε, όπως δεν άρεσε και στους Γάλλους που γνώριζα, τη θεωρούσαν ιδιαίτερα γραφική. Ο Τσαρούχης όμως υπήρξε κάτι το ιερό για το Θέατρο Τέχνης, τον ανέφεραν κάθε στιγμή. Είχε πλημμυρίσει το Θέατρο Τέχνης με γκριζόμαυρα φόντα και με μια μελαγχολική, σχεδόν, μακάβρια διάθεση. Μισούσα τα γεώδη χρώματά του, ωστόσο έπρεπε να καταπίνω όλη αυτή την ιερή λατρεία, αν ήθελα να παραμείνω στο Θέατρο Τέχνης. Παρακολούθησα στο Θέατρο των Εθνών του Παρισιού τους «Πέρσες» του Κουν και μου φάνηκαν τα ρούχα που είχε σχεδιάσει ο Τσαρούχης αρκετά ντεμοντέ, καθώς ήταν διακοσμημένα με τουριστικά σχήματα -μαιάνδρους και άλλα τέτοια παρόμοια σχέδια.
Στις πρόβες της Λυσιστράτης στο Λονδίνο, όπου ο Τσαρούχης είχε έλθει για να δει τον Κουν, εξέτασε τα σκηνικά και τα κοστούμια μου, αλλά δεν μου είπε τίποτα. Νομίζω ότι για κάποιες τέτοιες εμπάθειες τον είχε απομακρύνει ο Κουν από το Θέατρο Τέχνης και ποτέ άλλοτε δεν συνεργάστηκε μαζί του, εξαιτίας του χαρακτήρα του και κυρίως για τις κακίες που ξεστόμιζε σε βάρος του. Θέλω να πιστεύω ότι ο Κουν χαιρόταν με την καινούργια χρωματική αντίληψη που ήθελα να επιβάλω στο Θέατρο Τέχνης. Υπήρξα ο πρώτος σκηνογράφος που δούλεψε με έντονα τολμηρά χρώματα. Μετά από μένα, υπήρξαν σκηνογράφοι που συνεργάστηκαν με το Θέατρο Τέχνης, οι οποίοι κακοποίησαν τόσο τη χρωματική μου ελευθερία όσο και, γενικά, τον τρόπο που αντιμετώπιζα τα σκηνικά, τα κοστούμια και τα διάφορα αντικείμενα, που συνέχιζαν να τα χρησιμοποιούν, κυρίως στις κωμωδίες του Αριστοφάνη.
[…] μας δόθηκε η ευκαιρία [με τον Ανδρέα] να μιλήσουμε για το θέατρο. Πρώτος άρχισα εγώ.
«Ο Κουν διαθέτει ένα πράγμα μοναδικό, είναι εκπληκτικά ικανός να βγάζει από τους συνεργάτες του τον καλύτερό τους εαυτό. Ποτέ δεν έχει ένα αποκρυσταλλωμένο όραμα για τα έργα που ανεβάζει, τα περισσότερα πράγματα τα βρίσκει στην πρόβα. Όταν κάτι δεν του βγαίνει, κι αυτό συμβαίνει αρκετά συχνά, καταφεύγει στο μοιραίο στιλιζάρισμα, που παρασύρει τους ηθοποιούς και τους αναγκάζει να ενεργούν σαν μαριονέτες».
«Γι’ αυτό κι εγώ δεν προσπάθησα να συνεργαστώ με το Θέατρο Τέχνης, γιατί αντιπαθώ αυτό το στιλιζάρισμα, την υπερβολή, την παραμόρφωση και το αφύσικο», ο Αντρέας βρήκε την ευκαιρία να μου πει ανοικτά την γνώμη του για τον Κουν. Μέχρι τότε, πάντα απέφευγε να μου μιλήσει ευθέως, και τον καταλαβαίνω, αν και δεν νομίζω ότι έχει δίκιο, γιατί κοντά στον Κουν μαθαίνεις σπάνια πράγματα και μοναδικά που αφορούν την τέχνη του ηθοποιού.
«Ο Κουν ποτέ δεν είναι σίγουρος για τα καινούργια πράγματα που του προτείνουν οι συνεργάτες του. Όλα τα περνάει από το μαρτυρικό του κόσκινο, και το κοσκίνισμα αυτό δεν είναι πάντα αλάνθαστο. Επιμένει τρομακτικά στις λεπτομέρειες, σε ασήμαντα πράγματα, με αποτέλεσμα να του ξεφεύγουν άλλα πιο ουσιαστικά. Όταν δούλευα το σκηνικό και τα κοστούμια για τη Λυσιστράτη, με μεγάλη δυσκολία έκανα αυτά που ήθελα, συνεχώς αντιμετώπιζα διαφωνίες και προκαταλήψεις. Στο Θέατρο Τέχνης πρέπει πρώτα να παραμερίσεις όλες αυτές τις προκαταλήψεις και τις συνταγές και μετά να επιχειρήσεις να κάνεις κάτι καινούργιο και πρωτότυπο. Εγώ, που βρίσκομαι στο Παρίσι κάθε λίγο και λιγάκι, δεν αντιμετωπίζω φραγμούς και συνταγές, είμαι πλημμυρισμένος από καινούργιες αντιλήψεις και ιδέες. Μερικές από αυτές τις βρίσκει ενδιαφέρουσες ο Κουν, αλλά θέλει να τις δοκιμάσει κυρίως, σιγά σιγά, κρίνοντας και από τις αντιδράσεις των άλλων».
«Και πώς κατορθώνεις να επιβιώνεις εκεί μέσα, με όλη αυτή την ασφυκτική ατμόσφαιρα, που όπως μου λες δεν σου ταιριάζει καθόλου;» με ρώτησε ο Αντρέας και καθώς με κοιτούσε με μεγάλη ένταση, θέλησα να του εκμυστηρευτώ τι ήταν αυτό ακριβώς που περισσότερο εκτιμούσα στον Κουν και με έκανε να επιμένω να συνεργάζομαι μαζί του.
«Πάνω απ’ όλα ο Κουν μου αρέσει, διότι διαθέτει μια γνήσια θεατρικότητα που βγαίνει από μέσα του. Ο ίδιος αποτελεί μια θεατρική πράξη, μια θεατρική αγαλλίαση. Οι πρόβες του αποτελούν για μένα τεράστια απόλαυση. Ανακαλύπτει, ενώ δουλεύει με τους ηθοποιούς τόσα πολλά ουσιαστικά πράγματα και διατυπώνει τόσο σημαντικές σκέψεις που είναι μεγάλο μάθημα και ανείπωτη χαρά να βρίσκομαι κοντά του, στις ερμητικές αυτές στιγμές της θεατρικής του δημιουργίας. “Να μην ωραιοποιείς και να μη σέβεσαι τις φράσεις, άλλες είναι πιο κοντές, άλλες πιο παραπεταμένες, άλλες πιο μουντζουρωμένες και τσαπατσούλικες”. “Το μυστικό της κίνησης είναι κίνηση και μετά ακινησία, κίνηση και μετά ακινησία, και τα δύο μαζί κάνουν μουτζούρα”. “Να γεύεσαι τις λέξεις, η χαρά εκφράζεται στα άκρα μας”. “Στο θέατρο του Παραλόγου δεν υπάρχει δραματικό στοιχείο παρά μόνο κωμικό και τραγικό, όχι όμως δραματικό”. Τέτοια υπέροχα πράγματα διατυπώνει διαρκώς ο Κουν στους ηθοποιούς του και μεταμορφώνει τους ρόλους σε απόλυτη θεατρική μαγεία». […]

Μετά τη Λυσιστράτη σχέδιασα τα σκηνικά και τα κοστούμια για το «Νεκροταφείο αυτοκινήτων» του Αραμπάλ, ένα από τα πιο τολμηρά έργα του Θεάτρου του Παραλόγου. Ο Κουν αν και του άρεσε το έργο, το έβρισκε αρκετά ψυχρό εξαιτίας της μεταλλικής του υφής. Θα προτιμούσε τ’ αυτοκίνητα να ήταν φτιαγμένα από οποιοδήποτε άλλο υλικό παρά από λαμαρίνες, ωστόσο ο Αραμπάλ δεν επιτρέπει το ανέβασμα του έργου αν τ’ αυτοκίνητα δεν είναι αυθεντικά. Τρέχαμε διαρκώς με τον Λαζάνη στα διάφορα νεκροταφεία αυτοκινήτων των Αθηνών για να εξασφαλίσουμε τα απαραίτητα αυτοκίνητα. Τελικά το σκηνικό του έργου λειτούργησε ιδιαίτερα εντυπωσιακά στο κοινό, όπως και τα κοστούμια των χίπηδων. Τα αυθεντικά αυτοκίνητα, η μοτοσυκλέτα, οι αλυσίδες, οι λαστιχένιες ρόδες δημιούργησαν μια έντονη σύγχρονη αίσθηση. Μ’ αυτό το σκηνικό συζητήθηκα ιδιαίτερα ως σκηνογράφος, και από τότε άρχισαν να με κατακλύζουν προτάσεις από εμπορικά θέατρα, κάτι που με κολάκευε αλλά δεν το είχα επιδιώξει, γιατί η πρόθεσή μου ήταν στο θέατρο να δουλεύω μόνο με καλλιτεχνικά πρωτοποριακά σχήματα και κυρίως να ασχολούμαι με τη ζωγραφική. Ήθελα πάνω απ’ όλα να με υπολογίζουν και να με εκτιμούν ως ζωγράφο-σκηνογράφο κι όχι ως σκηνογράφο-ζωγράφο, για μένα αυτό που έχει μεγάλη σημασία και παίζει πρωταρχικό ρόλο είναι η καριέρα μου ως ζωγράφου. […]

Μετά από λίγο, ασχολήθηκα και με τα σκηνικά και τα κοστούμια του «Δράκου» του Σβαρτς, μιας από τις καλύτερες παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης, μ’ έναν θαυμάσιο Καρακατσάνη σ’ ένα από τους σημαντικότερους ρόλους της καριέρας του. Τη σκηνοθεσία του έργου την είχε αναθέσει ο Κουν στον Λαζάνη, όμως ο ίδιος είχε, όπως πάντα, τη γενική εποπτεία. Ως εκ τούτου έπρεπε ν’ αντιμετωπίσω και πάλι δύο σκηνοθέτες, κατάσταση αρκετά δύσκολη και μάλιστα για το Θέατρο Τέχνης που κι η παραμικρή λεπτομέρεια είχε σημασία.
Είχα σχεδιάσει ένα ουδέτερο σκηνικό με διάφορα συρόμενα παραβάν, που βοηθούσαν για τις γρήγορες αλλαγές των σκηνών. Τα χρώματα των ενδυμάτων ήταν μάλλον υποτονικά, είχα χρησιμοποιήσει διάφορα ζέρσεϊ υφάσματα με γεωμερικά σχήματα. Τα ρούχα αν και ακολουθούσαν κατά κάποιο τρόπο την εποχή του έργου ήταν σχεδιασμένα με σύγχρονη αντίληψη, με τη μέθοδο του κολάζ θα έλεγα, ήταν μια ενδυματολογική προσέγγιση με ξεχωριστή ζωντάνια στο σύνολο της.
Πολλές φορές αντιλαμβανόμουν ότι ο Λαζάνης είχε πιο προχωρημένες προτάσεις από τον Κουν, αλλά δεν τολμούσα να το ομολογήσω, μια κι εκεί μέσα η παραμικρή λέξη και κίνηση περνούσε από αυστηρό έλεγχο. […]
Του Κουν δεν του άρεσε που είχα αρχίσει να συνεργάζομαι με εμπορικά θέατρα. Εγώ όμως, αφενός μεν είχα αφάνταστα κουραστεί από την ερμητική ατμόσφαιρα του Θεάτρου Τέχνης, αφετέρου αντιμετώπιζα οικονομικά προβλήματα που συνετέλεσαν στο να μη με αφήσουν αδιάφορο οι προτάσεις από τα εμπορικά θέατρα. Από τις εκθέσεις ζωγραφικής μου, που γινόντουσαν κατά διαστήματα, καθώς και από τα μαθήματα σκηνογραφίας που παρέδιδα στο Θέατρο Τέχνης, κέρδιζα ελάχιστα χρήματα. Άλλωστε, ακόμα κι αν δεν το αποφάσιζα εγώ προσωπικά, αργά ή γρήγορα η συνεργασία μου με τον Κουν κάποια στιγμή μοιραία θα σταματούσε, όπως κι έγινε μετά από λίγο καιρό.

Μεσολάβησαν κάποια γεγονότα, αλλά ήταν κι η απαράδεκτη ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο Θέατρο Τέχνης, η αποπνικτική αυστηρότητα κι ο αδιάκοπος έλεγχος που με έκαναν να διατηρήσω κάποια επιφυλακτική συμπεριφορά. Μετά από την παράσταση του «Λαβύρινθου» του Αραμπάλ, όπου είχα σχεδιάσει τα σκηνικά και τα κοστούμια, σε σκηνοθεσία του Χατζημάρκου με την απόλυτη εποπτεία του Κουν, αισθάνθηκα μια αλλαγή στη συμπεριφορά του, κι αυτό με έκανε να απομακρυνθώ από το θέατρο.
Από τότε δεν δούλεψα ποτέ στο Θέατρο Τέχνης ως σκηνογράφος, όμως παρέμεινα ως καθηγητής της σχολής για πολλά ακόμα χρόνια, ώσπου κάποια στιγμή, απογοητευμένος και πάλι, αναγκάστηκα να διακόψω οριστικά κάθε σχέση μου με το Θέατρο Τέχνης. Ωστόσο πρέπει να ομολογήσω ότι χρωστάω πολλά πράγματα στον Κουν. Κοντά του έμαθα να δουλεύω με επιμονή, πειθαρχία και ανεξάντλητη ένταση και πάθος. Ακόμα νοσταλγώ τις μέρες που συνεργάστηκα μαζί του. Υπήρξαν οι καλύτερες της θεατρικής μου καριέρας.
Παλιότερα ασχολιόμουν πολύ με το θέατρο, σχεδιάζοντας σκηνικά και κοστούμια, ωστόσο αργότερα κουράστηκα αφάνταστα με τις αγγαρείες και τη φθορά που έπρεπε να υφίσταμαι. Συχνά ήμουν αναγκασμένος να κάνω ακόμα και τον φροντιστή, γεγονός που με έκανε να μάθω πολλά πράγματα αλλά που με εξαντλούσε.
Έχω δουλέψει με μεγάλους σκηνοθέτες, όπως έχω ήδη πει και με τον μεγαλύτερο, τον Κάρολο Κουν. Με τους μεγάλους σκηνοθέτες ό,τι κι αν κάνεις είναι δημιουργία, ενώ με τους ασήμαντους, αγγαρεία και απογοήτευση. Δεν έχω πια αυτή τη μοναδική εύνοια, άλλωστε πού να βρεθούν σήμερα οι μεγάλοι εμπνευσμένοι θεατρικοί σκηνοθέτες. Αυτά ίσως να συμβαίνουν για μικρό χρονικό διάστημα σε κάθε αιώνα, προτίμησα λοιπόν ν’ αποσυρθώ από το θέατρο. Το αγαπώ κι όταν βλέπω να κακοποιείται, πληγώνομαι αφάνταστα. Δεν υπάρχουν πια μεγάλοι θεατρικοί σκηνοθέτες, ούτε καν και ηθοποιοί θα έλεγα, μια και οι περισσότεροι έχουν αναδειχθεί από την τηλεόραση. Καλύτερα να απέχω από το θέατρο, και να συνεχίζω να το λατρεύω σαν νοσταλγός, παρά να συμμετέχω σ’ αυτό το μακελειό.
Το τελευταίο σημαντικό έργο που δούλεψα σχεδιάζοντας τα σκηνικά και τα κοστούμια ήταν ο Προμηθέας Δεσμώτης. Η παράσταση της Επιδαύρου θα μου μείνει αλησμόνητη. Έζησα στιγμές υπέροχες από τις μοναδικές της θεατρικής μου καριέρας. Οι κριτικές δικαίωσαν το σκηνογραφικό και ενδυματολογικό μου όραμα. Μετά απο τέτοιες κριτικές πρέπει να προσέχει κανείς πολύ. Μια μεγάλη θεατρική αποτυχία μπορεί να σβήσει τα πάντα και να θεωρείς τον εαυτό σου όχι μόνο ανίκανο αλλά και ένοχο που είναι και το χειρότερο. Με το θέατρο δεν μπορείς να παίζεις…
Στο τελευταίο μου βιβλίο το Χάρμα Οφθαλμών έχω συμπεριλάβει ολόκληρη τη ζωή μου, τις φιλοδοξίες, τα ερεθίσματα και τα όνειρά μου. Πολλά από τα πρόσωπα είναι φανταστικά, ωστόσο περιέχονται γεγονότα πραγματικά που σημάδεψαν τη ζωή μου ολόκληρη. Εξομολογούμαι ιστορίες από τις ανθρώπινες αδυναμίες, με κάποια ίσως τολμηρότητα που πιθανόν να σοκάρει αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς έτσι παρουσιάζεται η ζωή την οποία πρέπει να κατανοούμε και να μην την αποστρεφόμαστε, όπως γίνεται και με την τέχνη. Δεν αποτελούμε τίποτα παραπάνω από ένα εύθραυστο κομμάτι χαρτί. Η ματαιότητά μας επιβεβαιώνει την προσωρινότητά μας πάνω στη γη. Ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε ό,τι κρύβεται βαθιά μέσα μας, αυτό που σε τελική ανάλυση αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της βιολογικής ή πνευματικής μας κληρονομιάς. Η προσέγγιση αυτή σίγουρα θα μας οδηγήσει κάπου σ’ ένα φωτεινότερο μέλλον…
(ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ TOY ΦΑΙΔΩΝΑ ΠΑΤΡΙΚΑΛΑΚΙ ΜΕ ΤΙΤΛΟ ΧΑΡΜΑ ΟΦΘΑΛΜΩΝ, ΠΟΥ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΤΟΥ 2011, ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ» © 2011 «Μανδραγόρας» ΑΣΤΙΚΗ ΜΗ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ )
Filed under: ΚΕΙΜΕΝΑ | Tagged: Θέατρο Τέχνης, Κάρολος Κουν, Φαίδων Πατρικαλάκις |
Απάντηση