ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΡΟΛΟΥ ΚΟΥΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ 1985-1998 / ΒΙΒΛΙΟ-ΕΚΘΕΣΕΙΣ

Έκδοση: ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ / ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ | Σεπτέμβριος 2019 | ISBN 978-960-322-571-3

Στο βιβλίο αυτό περιέχονται 1985 ασπρόμαυρες αναλογικές φωτογραφίες, που τραβήχτηκαν από το 1985 μέχρι το 1998, στην Επίδαυρο, όπου το Θέατρο Τέχνης είχε παρουσιάσει 17 παραστάσεις αρχαίου δράματος. 

Οι περισσότερες φωτογραφίες είναι από τις πρόβες των έργων στο κοίλον του Θεάτρου. Οι πρόβες άρχιζαν στις επτά το απόγευμα, όταν έκλεινε ο αρχαολογικός χώρος για το κοινό. Δηλαδή οι περισσότερες φωτογραφίες τραβήχτηκαν με το ίδιο μεταβαλλόμενο φως, από τη δύση του ήλιου μέχρι να νυχτώσει. 

Περιλαμβάνονται επίσης φωτογραφίες από τις παραστάσεις και την προετοιμασία των ηθοποιών στα καμαρίνια. 

Λίγες ακόμη, από τις μετά την παράσταση “επισκέψεις” των συντελεστών της στην Disco Capaki.

Στο εξώφυλλο φωτογραφία από την παράσταση των Βατράχων, 1992.

© Photo, K.Z.KAPELONIS

Τα δικαιώματα των φωτογραφιών για την εσαεί επανέκδοση αυτού του βιβλίου παραχωρούνται στο Θέατρο Τέχνης. Τα έσοδα θα διατίθενται για τις ανάγκες της συντήρησης του Αρχείου του Θεάτρου Τέχνης. 

Ως ρέκτης του Ωραίου

Σκηνοθέτης, ηθοποιός, διευθυντής της δραματικής σχολής του Θεάτρου Τέχνης ο Κωστής Καπελώνης, στην μακρά και πολυσχιδή διαδρομή του, ανάμεσα σε άλλα, καταθέτει εδώ την προσπάθειά του να απαθανατίσει την σκηνική περιπέτεια του Θεάτρου Τέχνης για μεγάλο διάστημα, με το βλέμμα του «ερασιτέχνη» φωτογράφου! Αν και γνωρίζει καλά ότι το φαινόμενο της σκηνικής περιπέτειας δεν μπορεί να αποδοθεί στην ολότητά του με φωτογραφικά ντοκουμέντα κι ότι ο φακός μόνον στιγμιότυπα -ως ατελή αποσπάσματα- μπορεί να αποτυπώσει, επιμένει να φωτογραφίζει από το 1985 ως το 1998 στην Επίδαυρο μετά τις 7 το απόγευμα.  Σε διάστημα 14 ετών χρειάστηκε 3199 ηχηρά κλικς της μηχανής για να αιχμαλωτίσει πρόβες, διαλείμματα, παραστάσεις από την αμφιλύκη και το σύθαμπο της δύσης μέχρι και την επικράτηση του σκοταδιού εκεί, όπου οι τόνοι του φωτός και του σκότους αποτελούν αυταξίες και βιωματικές εντάσεις: στην Επίδαυρο.

Απορίας άξιον: ποια ανάγκη κινεί τον Κωστή Καπελώνη έναν καλλιτέχνη της σκηνής και εκ των συντελεστών των παραστάσεων να ιστορήσει μέσω του «δανεικού» φακού του, τα φανερά αλλά, κυρίως, τα «αφανέρωτα» της ιστορικής κυψέλης; Και ακόμα περισσότερο, γιατί ένας καλλιτέχνης του «όλου» επιμένει να στιγμιοτυπεί μεταθέτοντας διαρκώς την θέση του από το «εντός» στο «εκτός» και από το παραστασιακό «σύνολο» στο οπτικό- φωτογραφικό «θραύσμα»;

Εδώ, η ηθελημένη μετακίνηση τού «φωτογράφου» από το «ψηφιδωτό» της προετοιμασίας μιας παράστασης στην εστίαση ορισμένων «ψηφίδων» της, δεν σημαίνει απαραιτήτως την προβολή της λεπτομέρειας ως επαγωγική ένδειξη της αξίας του όλου – «εξ ονύχων τον λέοντα τεκμαίρεσθαι».

Ο ίδιος, ο Κ. Καπελώνης επικαλείται την αξία του «ντοκουμέντου» ως αιτία της συγκεκριμένης φωτο-απεικόνισης. Πράγματι, οι «τεχνικές ατέλειες» ούτε περιορίζουν ούτε αφαιρούν την δύναμη από το ντοκουμέντο. Αντιθέτως, γίνονται τα «υλικά γραφής» μιας προσωπικής εξιστόρησης, όπου το μάτι και το χέρι –εκ των έσω- υπαγορεύουν ιδέες, αξίες, αγωνίες, εντυπώσεις, προσδοκίες, ολοκληρωμένες αισθητικές προτάσεις. Εν τέλει, υπογραμμίζεται ένα πλήθος από «έμψυχες» εικόνες, όπου υπερέχει το συναισθηματικό φορτίο, όπως για παράδειγμα: Ο Δάσκαλος Κουν αποδίδεται διάχυτος, εμποτισμένος από τον χώρο και «μοιρασμένος» δια του αραιού φωτογραφικού κόκκου στον ιστορικό χρόνο! Αλλού, οι δάσκαλοι ή και εμβληματικοί πρωταγωνιστές του Θεάτρου Τέχνης αποτυπώνονται με την σωματική κόπωση, την αγωνία, την δοκιμασία, την ευωχία, την έξαρση. Όλοι οι συντελεστές συμμετέχουν στα ντοκουμέντα: Οι «μείζονες» με το βάρος της δόκιμης αξίας και εμπειρίας τους, αλλά και οι πρωτόβγαλτοι, οι «ελάσσονες», ως «αγένειοι δόκιμοι της τρικυμίας» με την σεμνότητα της απειρίας τους. Εδώ, ο φωτογράφος αναφέρεται σε μια εποχή όπου η αναλυτική πυκνότητα των pixels δεν είχε ούτε την πρώτη ούτε την τιμητική θέση στην αξία του ντοκουμέντου.

Ο Κ. Καπελώνης, ως «φωτογράφος» διέθετε πλήρως την αίσθηση της ιστορικότητας των παραστάσεων αυτών ως πνευματικών γεγονότων και όχι μόνον μέσω της δικής του αξιολόγησης, ιστορίας και πορείας. Αναθρεμμένος μέσα στην ιστορική κυψέλη του Θεάτρου Τέχνης, πολυσχιδής και ρέκτης του Ωραίου δεν παρέλειψε να καταγράψει και να αποδώσει με μεγάλη ευγλωττία τα άρρητα: τις επικές εντάσεις και τις δραματικές εμφάσεις τόσο με ευαίσθητο δυναμισμό όσο και με δυναμική τρυφερότητα.  

Ευανθία Ε. Στιβανάκη (Αναπλ. καθηγήτρια τμήματος Θεατρικών Σπουδών, Ε.Κ.Π.Α.)

14 χρόνια, μετά τις 7 το απόγευμα 

Στην Επίδαυρο πρωτόπαιξα με το Θέατρο Τέχνης το 1979, στο Χορό των Ιππέων, πρωτοετής σπουδαστής της Δραματικής Σχολής, σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη. Ήταν η πρώτη σκηνοθεσία του Λαζάνη στην Επίδαυρο. Την ίδια χρονιά συμμετείχα και στις Τρωαδίτισσες, σε σκηνοθεσία του Καρόλου Κουν, παίζοντας έναν Στρατιώτη. Τα επόμενα χρόνια, ήμουνα σε όλες τις παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης, που παίχτηκαν στην Επίδαυρο, στην αρχή ως ηθοποιός κι έπειτα, παράλληλα, σε ρόλους βοηθού στους φωτισμούς ή στη σκηνοθεσία. Συγχρόνως φωτογράφιζα πρόβες και παραστάσεις. 

  Το 1985 άρχισα την φωτογραφική καταγραφή της παρουσίας του Θεάτρου Τέχνης στην Επίδαυρο, σε αναλογικά φιλμς. Συνέχισα, κάθε χρόνο, μέχρι το 1998, που άρχισε για μένα η ψηφιακή εποχή. Από τον έβδομο, μέχρι τον εικοστό πρώτο χρόνο, που συμμετείχα στις παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης. Συνολικά έκανα 3199 κλικς, σε 101 φιλμς· ασπρόμαυρα, έγχρωμα και slides. 

H ενασχόλησή μου με τη φωτογραφία υπήρξε “ερασιτεχνική” και οφείλεται στον αδελφό μου, τον Γιώργη, που ως χημικός, και όχι μόνο, ασχολιότανε τότε -και τώρα- πιο σοβαρά από μένα με τη φωτογραφία και με μύησε στην τεχνική της. Μετά στον φίλο μου τον Διαμάντη, που το 1985 μού “δάνεισε” την πρώτη μου σοβαρή φωτογραφική μηχανή, μια Nikon F με δύο φακούς, τον θρυλικό Nikkor 105mm f/2.5 κι έναν Nikkor 300mm f/4.5, που όπως φάνηκε ήταν ένας φακός απολύτως κατάλληλος για το θέμα : «Το Θεάτρο Τέχνης στο φεστιβάλ Επιδαύρου, μετά τις 7 το απόγευμα». Οι ανάγκες της συγκεκριμένης φωτογράφισης, αλλά και της φωτογράφισης προβών και παραστάσεων, καθόρισαν εν πολλοίς και την αγορά του μετέπειτα φωτογραφικού εξοπλισμού, που αναφέρεται στα στοιχεία που συνοδεύουν τις φωτογραφίες.  

Με βάση τον αριθμό των κλικς και με μια μέση ταχύτητα λήψης 1/15s, υπολόγισα πως, στα 14 χρόνια της φωτογράφισης, πέρασαν από τους φακούς των φωτογραφικών μηχανών μόλις τριάμισυ λεπτά πραγματικού χρόνου.

  Τα ασπρόμαυρα φιλμς ήσαν βέβαια περισσότερα, για τεχνικούς λόγους. Τα έγχρωμα είναι διαφάνειες στα πρώτα χρόνια και φιλμς αργότερα. Οι συνθήκες του φωτισμού απαιτούσαν υψηλές ευαισθησίες, που υποχρέωναν σε πουσαρίσματα των φιλμς στην εμφάνιση. Εξού και ο έντονος κόκκος, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια, που χρησιμοποιήθηκε το ασπρόμαυρο EASTMAN 35 της Kodak, που τραβήχτηκε συνήθως στα 1600 ISO· το φιλμάκι αυτό, χωρίς αρίθμιση καρέ, κατά πάσαν πιθανότατα κινηματογραφικό, το πούλαγε χύμα σε 15μετρα ο Μπομπουγατσόγλου στο μαγαζάκι της Μεσσολογγίου και αργότερα της Κωλέττη. Παράλληλα τα κλασσικά ILFORD ΗΡ5, KODAK TMAX-400 και ένα TURA 2671, τραβηγμένα κι αυτά στα 1600 ή στα 3200 ISO.

Σ’ αυτόν τον τόμο βλέπουμε όλες -χωρίς εξαίρεση- τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες που τραβήχτηκαν, ακόμη και με εμφανή τεχνικά προβλήματα, γιατί έχουν την αξία του ντοκουμέντου. Για την αντιπροσωπευτικότητα των παραστάσεων, συμπεριλαμβάνονται και 81 φωτογραφίες που προέρχονται από έγχρωμα slides. Σύνολο 1985 φωτογραφίες. Η σύμπτωση με την χρονολογία (1985) είναι εντελώς τυχαία. 

Στη συλλογή αυτή περιέχονται τρία διαφορετικά βιβλία: Ένα ιστορικό εικονογραφικό αφήγημα της παρουσίας των ανθρώπων του Θεάτρου Τέχνης στο Θέατρο της Επιδαύρου από το 1985 ως το 1998, ένα φωτογραφικό λεύκωμα με φωτογραφικά ενδιαφέρουσες εικόνες και μια φωτογραφική καταγραφή στιγμιότυπων που, για κάποιο λόγο, προκάλεσαν το ενδιαφέρον του φωτογράφου. Ο θεατής του βιβλίου θα επιλέξει ποιο από τα τρία τον ενδιαφέρει περισσότερο κι εκεί θα εστιάσει την προσοχή του.  

Η έκδοση αυτή αφιερώνεται στον μεγάλο Δάσκαλο και στους μαθητές του, τους άλλους Δασκάλους, με σεβασμό κι ευγνωμοσύνη. Γιατί, χωρίς αυτούς, το ταξίδι θα ήταν ακόμη πιο δύσκολο.

Κωστής Ζ. Καπελώνης

Η ΕΚΘΕΣΗ στο Ρέθυμνο

Κωστής Καπελώνης – Νίκος Αλεξίου: «Επίδαυρος. Έμψυχες εικόνες μιας προσωπικής εξιστόρησης.»

Σπίτι του Πολιτισμού, Νοέμβριος 2020 και Μάιος 2021

Η έκθεση, στο πλαίσιο του 4ου Φεστιβάλ Τέχνης «Νίκος Σκεπετζής», σε συνεργασία με την γκαλερί «Μορφές», έκανε εγκαίνια στις 6 Νοεμβρίου 2020, αλλά έκλεισε αμέσως μετά, λόγω του Lockdown και άνοιξε ξανά για το κοινό τον Μάιο του 2021. 

Στην έκθεση περιλαμβάνονται φωτογραφίες από το φωτογραφικό λεύκωμα του Κωστή Καπελώνη: «Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, Επίδαυρος 1985-1998» και ένα ξεχωριστό αφιέρωμα στον Νίκο Αλεξίου, με σκηνικά και κοστούμια του για την Μήδεια του Θεάτρου Τέχνης στην Επίδαυρο, από το προσωπικό αρχείο του Κωστή Καπελώνη. 

Την περιπέτεια ενός γοητευτικού ταξιδιού του Θεάτρου Τέχνης και των ανθρώπων του για δεκατέσσερα συνεχή καλοκαίρια στην Επίδαυρο, μέσα από φωτογραφικά στιγμιότυπα, αφηγείται το μοναδικό, ιστορικής αξίας λεύκωμα, που δημιούργησε ο σκηνοθέτης και διευθυντής της δραματικής σχολής του Θεάτρου Τέχνης Κωστής Καπελώνης. 

Με τρυφερή και παιγνιώδη διάθεση, αλλά και την επίγνωση της καταγραφής ενός ντοκουμέντου, ο Κωστής Καπελώνης, για χρόνια ηθοποιός και βοηθός σκηνοθέτης σ’ εκείνες τις παραστάσεις, αποτύπωσε ως ερασιτέχνης φωτογράφος στιγμές και πρόσωπα σε πρόβες, παρασκήνια, καμαρίνια, διαλείμματα, παραστάσεις, τους ηθοποιούς εκτός σκηνής, στην ταβέρνα του Λεωνίδα, στη θάλασσα ή στην ντίσκο “Καπάκι”, αναδεικνύοντας μέσα από μαυρόασπρα φιλμς την αγωνία και την αναμονή, τη ραστώνη, τη δοκιμασία, τον μόχθο, τη χαρά και την ένταση μιας διαδρομής ανθρώπων που μένουν έτσι στη μνήμη και την Ιστορία. 

Πρόκειται για μια σειρά φωτογραφιών, βαθιά υπόκλιση σε έναν ολόκληρο, άγνωστο και αφανέρωτο κόσμο που λάμπει μέσα στα ασπρόμαυρα καρέ αναδίδοντας ομορφιά κι ορμή. Ένα πλήθος από «έμψυχες» εικόνες, όπου υπερέχει το συναισθηματικό φορτίο. 

Ο Νίκος Αλεξίου παράλληλα με το τεράστιο εικαστικό του έργο ασχολήθηκε επιλεκτικά με τη σκηνογραφία, κυρίως με θιάσους και σκηνοθέτες, με τους οποίους  είχε προσωπική σχέση. Η πρώτη του συνεργασία με το Θέατρο Τεχνης ήταν στην «Μήδεια» του Ευριπίδη στην Επίδαυρο, με σκηνοθέτη τον Γιώργο Λαζάνη, το 1995.  Η τελευταία του σκηνογραφία έμελλε να είναι στην παράσταση του Θεάτρου Τέχνης, «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ», σε σκηνοθεσία Κωστή Καπελώνη, το 2011. 

Η πρώτη συνεργασία του Νίκου Αλεξίου με τον Κωστή Καπελώνη ήταν το 1998 στο Δημοτικό Θέατρο Ρεθύμνου, στο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη «Ο Ήχος του όπλου». Έκτοτε η συνεργασία τους ήταν τακτική, σε παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης, του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης και του ΚΘΒΕ. Μάλιστα το 2002 ίδρυσαν μαζί τον θίασο «Θ όπως Θέατρο» και δημιούργησαν το έργο «Παραμύθι από χαρτί». Για την παράσταση αυτή  τους απονεμήθηκε, από την Ένωση Κριτικών, το Βραβείο Δραματουργίας «Κάρολος Κουν» 2002. 

Η ΕΚΘΕΣΗ στη Ζάκυνθο

Η ΑΜΚΕ Ζωφόρος, το λογοτεχνικό περιοδικό Κόντε Σπουργίτης και η Δημόσια Ιστορική Βιβλιοθήκη Ζακύνθου σε συνεργασία με το Θέατρο Τέχνης και τον Κωστή Καπελώνη παρουσιάζουν από τις 12.10 έως και τις 30.10.2021 στο Αναγνωστήριο της Δημόσιας Ιστορικής Βιβλιοθήκης  Ζακύνθου την έκθεση φωτογραφίας: 

«Επίδαυρος. Έμψυχες εικόνες μιας προσωπικής εξιστόρησης».

Η έκθεση αποτελείται από το υλικό του φωτογραφικού  λευκώματος του σκηνοθέτη του Θεάτρου Τέχνης, Κωστή Καπελώνη, με τίτλο «Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, Επίδαυρος 1985-1998» και συμπεριλαμβάνει ένα αφιέρωμα στον εικαστικό και σκηνογράφο Νίκο Αλεξίου, με σκηνικά και κοστούμια που είχε δημιουργήσει για την παράσταση της «Μήδειας» του Θεάτρου Τέχνης στην Επίδαυρο, τα οποία ανήκουν στο προσωπικό αρχείο του Κωστή Καπελώνη.

Ο Νίκος Αλεξίου παράλληλα με το τεράστιο εικαστικό του έργο ασχολήθηκε επιλεκτικά με τη σκηνογραφία, κυρίως με θιάσους και σκηνοθέτες, με τους οποίους  είχε προσωπική σχέση. Η πρώτη του συνεργασία με το Θέατρο Τέχνης ήταν στην «Μήδεια» του Ευριπίδη στην Επίδαυρο, με σκηνοθέτη τον Γιώργο Λαζάνη, το 1995.  Η τελευταία του σκηνογραφία του έμελλε να είναι στην παράσταση του Θεάτρου Τέχνης, «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ», σε σκηνοθεσία Κωστή Καπελώνη, το 2011. 

Η πρώτη συνεργασία του Νίκου Αλεξίου με τον Κωστή Καπελώνη ήταν το 1998 στο Δημοτικό Θέατρο Ρεθύμνου, στο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη «Ο Ήχος του όπλου». Έκτοτε η συνεργασία τους ήταν τακτική, σε παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης, του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης και του ΚΘΒΕ. Μάλιστα το 2002 ίδρυσαν μαζί τον θίασο «Θ όπως Θέατρο» και δημιούργησαν το έργο «Παραμύθι από χαρτί». Για την παράσταση αυτή  τους απονεμήθηκε, από την Ένωση Κριτικών, το Βραβείο Δραματουργίας «Κάρολος Κουν» 2002. 

Η πλειονότητα των φωτογραφιών που θα παρουσιαστούν στην έκθεση απαθανατίζουν στιγμές από τις πρόβες των έργων στο κοίλον του Θεάτρου της Επιδαύρου, οι οποίες άρχιζαν όταν έκλεινε ο αρχαιολογικός χώρος για το κοινό, στις επτά το απόγευμα –με αποτέλεσμα οι περισσότερες λήψεις να έχουν γίνει με το ίδιο μεταβαλλόμενο φως, από τη δύση του ήλιου μέχρι να νυχτώσει.

Με τρυφερή και παιγνιώδη διάθεση, αλλά και την επίγνωση της καταγραφής ενός ιστορικού ντοκουμέντου, ο Κωστής Καπελώνης, ηθοποιός και βοηθός σκηνοθέτης σ’ εκείνες τις παραστάσεις, αποτύπωσε φωτογραφικά στιγμές των προβών, και ενσταντανέ των προσώπων στα παρασκήνια, τα καμαρίνια, τις παραστάσεις, αλλά και τους ηθοποιούς εκτός σκηνής, στην ταβέρνα του Λεωνίδα, στη θάλασσα ή στην ντίσκο “Καπάκι”, αναδεικνύοντας μέσα από το μαυρόασπρο φιλμ την αγωνία και την αναμονή, τη ραστώνη, τη δοκιμασία, τον μόχθο, τη χαρά και την ένταση, μνήμες από την πολύχρονη διαδρομή των ανθρώπων που συμμετείχαν από το 1985 έως το 1998 στις παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης στην Επίδαυρο.

Εγκαίνια της έκθεσης: Τρίτη 12.10.2021 και ώρα 19.00 στην  Δημόσια Ιστορική Βιβλιοθήκη Ζακύνθου.

Η Παιδαγωγική Ομάδα του ΚΠΕ Ζακύνθου θα υλοποιεί εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τους μαθητές και τις μαθήτριες της Ζακύνθου κατά την διάρκεια της έκθεσης.

Η ΕΚΘΕΣΗ στην Πάτρα

Το Θέατρο Τέχνης Κάρολου Κουν, δημιούργησε και παρουσιάζει μια έκθεση φωτογραφίας με τον τίτλο: “Έμψυχες εικόνες μιας προσωπικής εξιστόρησης”

Η έκθεση αυτή παραχωρείται από το Θέατρο Τέχνης στην Πάτρα προκειμένου να εκτεθεί στα “Παλαιά Σφαγεία”, σε συνεργασία με τον Καρναβαλικό Οργανισμό του Δήμου και το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας.

Πρόκειται για υλικό από το φωτογραφικό λεύκωμα του σκηνοθέτη και ηθοποιού του Θεάτρου Τέχνης Κωστή Καπελώνη, που περιλαμβάνει φωτογραφίες από τις παραστάσεις του Θεάτρου στην Επίδαυρο από το 1985-1998.

Είναι ένα ιστορικό ντοκουμέντο στο οποίο αποτυπώνονται στιγμές των προβών  και ενσταντανέ των προσώπων στα παρασκήνια, τα καμαρίνια, τις παραστάσεις, αλλά και εκτός σκηνής, στον “Λεωνίδα”, στη θάλασσα, στην εμβληματική ντίσκο “Καπάκ騔, αναδεικνύοντας την αγωνία και την αναμονή των συντελεστών, αλλά και τη ραστώνη, το μόχθο, τη χαρά και την έντασή τους, πριν και μετά την παράσταση.

Στην έκθεση  περιέχονται ουσιαστικά τρεις ενότητες, από τις οποίες ο θεατής θα επιλέξει ποιά τον ενδιαφέρει περισσότερο κι εκεί θα εστιάσει την προσοχή του: 

Ένα ιστορικό, εικονογραφικό αφήγημα της παρουσίας των ανθρώπων του Θεάτρου Τέχνης στο Θέατρο της Επιδαύρου, Ένα “φωτογραφικό λεύκωμα” με φωτογραφικά ενδιαφέρουσες εικόνες και Μια φωτογραφική καταγραφή στιγμιότυπων που, για κάποιο λόγο, προκάλεσαν το ενδιαφέρον του φωτογράφου.

Συμπεριλαμβάνεται επίσης ένα αφιέρωμα στον εικαστικό και σκηνογράφο Νίκο Αλεξίου, με σκηνικά και κοστούμια που είχε δημιουργήσει για την παράσταση της «Μήδειας» του Θεάτρου Τέχνης στην Επίδαυρο, τα οποία ανήκουν στο προσωπικό αρχείο του Κωστή Καπελώνη

Η έκθεση θα διαρκέσει από 3 έως 26 Νοεμβρίου 2021 και θα είναι επισκέψιμη  στο χώρο των “Παλαιών Σφαγείων”  από Δευτέρα έως Σάββατο 9-2 το πρωί και Τετάρτη απόγευμα από τις  5-8.

Υπεύθυνη Έκθεσης: Φ. Κορομπέλη

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ στην Πάτρα

Ο Φαίδων για τον Κουν


Την άνοιξη του 2015 κάναμε πρόβα στο έργο του Ιονέσκο, Το Μέλλον είναι στα Αυγά, στο θέατρο ΚΑΡΕΖΗ. Τον ίδιο καιρό ο Φαίδων Πατρικαλάκις δούλευε με τον Κώστα Καζάκο το Τέλος του Παιχνιδιού, του Μπέκετ. Ο Φαίδων ήρθε και παρακούθησε μερικές πρόβες μας.
Ο Φαίδων ήταν δάσκαλος μου στη Σχολή· μας δίδασκε σκηνογραφία. Σε όσους από μας είμασταν πιο κοντά στη σκέψη του, δίδασκε και ανθρώπινο ήθος· διακριτικότητα, σεμνότητα και πάθος για το αντικείμενο της δουλειάς του.
Μετά τη Σχολή βλεπόμαστε σπάνια. Δεν δούλεψε στο Θέατρο Τέχνης, αλλά ήταν και μεγάλα χρονικά διάστημα στο νησί του, τη Λέρο.
Πάντα διατηρούσαμε μια μεγάλη αμοιβαία εκτίμηση, αλλά από μακρυά.
Όταν ήρθε στην πρόβα είχα μεγάλη αγωνία πώς θα του φανεί, γιατί με ενδιέφερε πολύ η γνώμη του. Ήταν εξ άλλου “ειδικός” στο Θέατρο του Παραλόγου, αφού το είχε ζήσει από κοντά και είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα στα χρόνια των σπουδών του στο Παρίσι.
Είπε, ότι του άρεσε όπως το κάναμε. Μάλλον γι’ αυτό ξαναήρθε και σε άλλες πρόβες.
Μια μέρα ήρθε και μου έφερε μια τσάντα γεμάτη βιβλία και ανέκδοτα θεατρικά έργα του. Ένα από τα βιβλία ήταν το μυθιστόρημά του Χάρμα Οφθαλμών, με μια θερμή αφιέρωση. Το διάβασα μετά το θανατό του κι έτσι δεν πρόλαβα να του εκφράσω την αγάπη μου.

Η επιλογή αυτών των αποσπασμάτων από το βιβλίο που αναφέρεται στη σχέση του Φαίδωνα με τον Κουν και το Θέατρο Τέχνης, ας θεωρηθεί ελάχιστος φόρος μνήμης σε έναν αξέχαστο Δάσκαλο.

Γράφει λοιπόν ο Φαίδων:

[…] Στην Αθήνα λίγο καιρό αφού επέστρεψα από το Παρίσι, κηρύχθηκε η δικτατορία. Κανένας δεν πίστευε ότι θα συνέβαινε, όμως, να που έγινε! Όπως πάντα κάθε βράδυ, άκουγα κλασική μουσική από το τρίτο πρόγραμμα, όμως εκείνη τη νύχτα αντί για κλασική μουσική μετέδιδαν συνεχώς εμβατήρια. «Τι κακογουστιά!» είπα από μέσα μου. «Τι τους έπιασε;» Μόνο την άλλη μέρα το πρωί που με επισκέφτηκε στο σπίτι μου ο Δημήτρης Ποταμίτης πληροφορήθηκα για τη δικτατορία. Ζωγράφιζα συνεχώς, σκόπευα να εκθέσω τους πίνακες μου στη γκαλερί Άστορ και αυτό με απασχολούσε αποκλειστικά.

Διάβασα στις εφημερίδες ότι «το Θέατρο Τέχνης» θα ανέβαζε «Το Καλοκαίρι» του Βεϊγκαρντέν. Ήθελα να συναντήσω τον Κουν και να του δείξω το σκηνικό που είχα σχεδιάσει γι’ αυτό το έργο δύο χρόνια πρωτύτερα στο Παρίσι. Είχα συνδεθεί στη γαλλική πρωτεύουσα με τον Βεϊγκαρντέν και ήθελα να πω στον Κουν ότι τον γνωρίζω και να του μιλήσω για τις απόψεις του για το ανέβασμα του έργου. Τελικά τον συνάντησα, συζητήσαμε πολλά πράγματα που αφορούσαν το θέατρο της Γαλλίας και φεύγοντας μου ανέθεσε να του σχεδιάσω το σκηνικό και τα κοστούμια για το «Καλοκαίρι» του Βεϊγκαρντέν, δυστυχώς όμως η λογοκρισία έκρινε το έργο ακατάλληλο και το απέρριψε.

Παρόλα αυτά ο Κουν το ετοίμασε κρυφά και ζήτησε από τους υπεύθυνους της λογοκρισίας να ’ρθουνε να δούνε την πρόβα, για να διαπιστώσουν ότι το έργο δεν έχει κανένα υπονοούμενο εναντίον της χουντικής κυβέρνησης. Δουλεύαμε το «Καλοκαίρι» χωρίς να είμαστε σίγουροι ότι πραγματικά θα ανέβαινε. Ο Κουν είχε θυμώσει φοβερά, δεν έβρισκε ησυχία, κάπνιζε διαρκώς. «Σίγουρα δεν κατάλαβαν το έργο. Μα είναι ηλίθιοι, τι άλλο να πω. Πιο αθώο έργο από αυτό δεν θα έχει υπάρξει». Για μένα που ήταν η πρώτη σκηνογραφία που πραγματοποιούσα στην Ελλάδα, το γεγονός αυτό είχε αποκτήσει δραματικές διαστάσεις, αλλά το ίδιο ίσχυε και για τον Μόρτζο και τον Λογοθέτη, που υποδύονταν τους γάτους, και για τον Αντύπα και την Αδαμάκη, τα δύο παιδιά του έργου.

Η επιτροπή της λογοκρισίας μόνο όταν είδε την πρόβα της παράστασης πείστηκε ότι το «Καλοκαίρι» δεν έκρυβε τίποτα το επιλήψιμο και τελικά επέτρεψαν να παρουσιαστεί στο κοινό αφαιρώντας βέβαια πολλές λέξεις που τους φαινόταν προκλητικές και κάπως ύποπτες.

Μετά την παράσταση του «Καλοκαιριού» του Βεϊγκαρντέν, οι σχέσεις μου με τον Κουν έγιναν πολύ στενές. Πήγαινα σχεδόν κάθε βράδυ στο θέατρο και του παρουσίαζα ένα σωρό σχέδια σκηνικών για διάφορα μοντέρνα έργα.

‘Οταν σχέδιαζα τα σκηνικά και τα κοστούμια για το «Περιμένοντας τον Γκοντό», μετά από κάθε πρόβα, ο Κουν μάς έκανε το τραπέζι, πάντα στο Ιντεάλ, που τότε ήταν ένα πολύ σεμνό τυπικό εστιατόριο. Όσα έβγαζε ο Κουν από το θέατρο τα ξόδευε για να τραπεζώνει τους ηθοποιούς και τους συνεργάτες του. Ήταν πολύ όμορφα εκείνα τα μυθικά γεύματα, στα οποία επικρατούσε ατμόσφαιρα σοβαρή και οι συζητήσεις στρέφονταν γύρω από την προετοιμασία των επόμενων έργων. Αποτελούσαν μια προέκταση της πρόβας, λέγονταν πράγματα αυθόρμητα, έπεφταν ιδέες, σχέδια για το μέλλον.

Ο Κουν συχνά διηγιόταν τα όνειρα που έβλεπε τη νύχτα, κυρίως επρόκειτο για εφιάλτες. Είχε ένα περίεργο τρόπο να κουβεντιάζει γι’ αυτά, σχεδόν τον τρόμαζαν και τον γοήτευαν συγχρόνως, του αποκάλυπταν μηνύματα, γι’ αυτό πάντα τον απασχολούσαν. Από τα όνειρά του πολλές φορές εμπνεόταν, τα εκτιμούσε πολύ -γι’ αυτό τους έδινε και τόσο μεγάλη σημασία. […]

«Δεν είσαι ο μόνος που υποφέρεις με τους σκηνοθέτες και τους ρόλους, Αντρέα. Να δεις εγώ τι τράβηξα κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του “Περιμένοντας τον Γκοντό”. “Το σκηνικό πρέπει να παρουσιάζει κάτι το υγρό, κάτι σαν μούχλα, έτσι το βλέπω” μου είπε ο Κουν βαθυστόχαστα. “Θέλω το δέντρο να είναι κάτι σαν σκελετός, φρόντισε να γίνει όπως πρέπει, θέλω επίσης κάπου να κάθεται ένας από τους ηθοποιούς, μια πέτρα, ας πούμε, αλλά η πέτρα αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα ουσιαστική, πρόσεξέ την”. Είχα σπάσει το κεφάλι μου να βρω το σχήμα του δεντρου και της πέτρας· ευτυχώς ανακάλυψα ένα μικρό χαλίκι στο δρόμο, και του άρεσε. “Αυτό το σχήμα να δώσεις στην πέτρα” μου είπε. Εν τω μεταξύ είχαμε αλλεπάλληλες συζητήσεις για το ριγωτό παντελόνι που θα φορούσε ο Χατζημάρκος, ο οποίος υποδυόταν ένα από τα δύο κεντρικά πρόσωπα. Μας πήραν πολύ χρόνο οι συζητήσεις μας, γύρω από το μέγεθος που θα έπρεπε να έχουν οι ρίγες. Δυσανασχετούσα γιατί αντιλαμβανόμουν ότι όλα αυτά ήταν παρατραβηγμένα και υπερβολικά, σπαταλιόταν πολύ ενέργεια σε λεπτομέρειες που είχαν ελάχιστη σημασία ενώ ατονούσαν άλλα πιο ουσιώδη πράγματα. Στις πρόβες ο Κουν έδινε ένα σωρό πολύ χρήσιμες οδηγίες στους ηθοποιούς. Εξηγούσε με μοναδικό και άμεσο τρόπο τις ιδιομορφίες του έργου, το ύφος και την ατμόσφαιρα που έπρεπε να δημιουργηθεί. Σε κάποια από εκείνες τις αλησμόνητες πρόβες είχε θυμώσει τρομακτικά με τον Χατζημάρκο, που αρνιόταν να φορέσει τις αρβύλες που του είχε διαλέξει. Πέταξε κάτω στο πάτωμα οτιδήποτε βρισκόταν πάνω στο μικρό τραπέζι που χρησιμοποιούσε μόνιμα στις πρόβες, όπου τοποθετούσε τις σημειώσεις και τους καφέδες του. Πετάχτηκε απότομα όρθιος και άρχισε να ουρλιάζει πυρωμένος από νεύρα και θυμό. “Σας βαρέθηκα όλους” και εγκατέλειψε την αίθουσα σαν σίφουνας. Ποτέ άλλοτε δεν τον είχα αντικρίσει τόσο πολύ θυμωμένο. Οι μαθητές της σχολής που παρακολουθούσαν τις πρόβες αναστατώθηκαν, δεν ήξεραν πώς να συμπεριφερθούν. “Θύμωσε ο Κουν”, έλεγε ο ένας στο άλλο με κάποιο χαμένο ύφος, λες και είχε έρθει η συντέλεια του κόσμου.

Ωστόσο την επόμενη μέρα στην πρόβα, όλα πήγαν ρολόι. Τίποτα δεν πρόδιδε τι ακριβώς είχε συμβεί την προηγούμενη μέρα. Τα πάντα λειτουργούσαν θαυματουργά, οι θυμοί του Κουν λες και αποκαθιστούσαν κάποια μαγική ισορροπία και από μια μεριά φαίνεται ότι ήταν εντελώς απαραίτητοι. Μόλις φτάνανε οι ηθοποιοί το πρωί για τις πρόβες, το πρώτο πράγμα που τους απασχολούσε ήταν να πληροφορηθούν αν ο Κουν κοιμήθηκε καλά, αν είχε δει στον ύπνο του εφιάλτες, αν ήταν ήρεμος ή θυμωμένος. Τα πάντα εξαρτιόνταν από τις μεταβαλλόμενες διαθέσεις του Κουν». […]

«Όλα τα επαγγέλματα έχουν, αγαπητέ μου, τα προβλήματά τους. Τουλάχιστον εσύ συνεργάζεσαι με ένα από τα καλύτερα θέατρα της Αθήνας και συναναστρέφεσαι με τον Κουν που είναι ένας από τους πιο αξιόλογους σκηνοθέτες της χώρας μας».

«Δεν λέω το αντίθετο, ξέρω ότι είμαι ιδιαίτερα τυχερός, αλλά δεν υπάρχει τίποτα χωρίς το απαιτούμενο τίμημα. Όταν σχέδιαζα το σκηνικό για το “Καλοκαίρι” του Βεϊ- γκαρντέν, ξέρεις πόσο πολύ βασανίστηκα και αγχώθηκα; Το σκηνικό παρουσιάζει ένα μέρος ενός κατάλευκου εξοχικού σπιτιού, με μια υποτυπώδη πέργκολα στο μπροστινό μέρος, το βασικό χρώμα ήταν το λευκό και κάπως και το χρυσό. Το σκηνικό αποτελούνταν από τα δύο αυτά χρώματα, με τα οποία ήθελα ν’ αποδώσω την αίσθηση του καλοκαιριού, τη λάμψη του ήλιου και την αναγκαιότητα της δροσιάς που υποβάλλει το λευκό. Όσο έδειχνα το σκηνικό σε κάποιον υπεύθυνο των σκηνικών, με κοίταζε καλά, καλά και μου έλεγε. “Βρε παιδί μου, είσαι βέβαιος ότι ο Κουν θα δεχτεί να βάλεις στη σκηνή του θεάτρου ένα κατάλευκο σκηνικό; Αυτός ακόμα και το γκρίζο το βρίσκει πολύ φωτεινό”.

Το είπα αυτό στον Λαζάνη και με διαβεβαίωσε ότι μια και ο Κουν δέχτηκε να γίνει το σκηνικό λευκό, δεν θα είχε καμιά αντίρρηση. Μέχρι την πρεμιέρα του έργου δεν έκλεισα μάτι, ευτυχώς το κατάλευκο σκηνικό άρεσε τελικά στον Κουν, γεγονός που άφησε άναυδους και τους τεχνικούς του θεάτρου αλλά και τους ηθοποιούς, που γνώριζαν την αντιπάθειά του για τα φωτεινό χρώματα. Καθώς αντιλαμβάνεσαι, εκτός από τον εφιάλτη του σκηνικού, είχα να αντιμετωπίσω στην πραγματικότητα και δύο σκηνοθέτες, τον Λαζάνη, ο οποίος ήταν τυπικά υπεύθυνος για τη σκηνοθεσία του έργου, αλλά κυρίως τον Κουν, που έλεγχε τυραννικά τα πάντα». […]

‘Οταν μερικές μέρες μετά επέστρεψα στην Αθήνα, ο Κουν μου ζήτησε να σχεδιάσω το σκηνικό και τα κοστούμια της Λυσιστράτης που θα παρουσίαζε στο θέατρο Aldwychτου Λονδίνου. Μέχρι τότε, δεν είχε σκεφτεί ότι θα μπορούσα να ασχοληθώ με την αρχαία κωμωδία. Επειδή είχα σπουδάσει στο Παρίσι, με προόριζε για σκηνογραφίες μοντέρνων έργων. Είχε προσλάβει για τη Λυσιστράτη έναν άλλο σκηνογράφο, όμως επειδή δεν μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί του, μου ζήτησε δοκιμαστικά να του κάνω μερικά σχέδια. Του σχεδίασα μερικά πρόχειρα κοστούμια κι ενθουσιάστηκε.

«Σε νόμιζα ικανό μόνο για το “θέατρο του παραλόγου” και δεν μπορούσα καθόλου να φανταστώ ότι θα τα κατάφερνες με την αρχαία ελληνική κωμωδία», μου είπε με το γνωστό τρυφερό του χαμόγελο.

Κάθε κοστούμι το σχέδιασα δύο και τρεις φορές, είχα κάνει τόση πολύ δουλειά, που θα μπορούσα να καλύψω σχεδόν όλες τις κωμωδίες του Αριστοφάνη. Ο Κουν μου ζήτησε να χρησιμοποιήσω ακριβά υφάσματα, κυρίως ιδιαίτερα μαλακά, να μην τσαλακώνονται εύκολα. Μου υπέδειξε ότι τα κοστούμια των ηθοποιών έπρεπε να είναι απόλυτα λειτουργικά και εκφραστικά. Όλα τα κοστούμια γίνονταν από υφαντά, υφάσματα τα οποία είχαν παραγγελθεί στην Κρήτη. Κατόπιν πήγαιναν στο βαφείο, μια και τα χρώματα που είχα διαλέξει δεν υπήρχαν στην αγορά. Οι φόρμες του χορού και των ρόλων βάφτηκαν δύο και τρεις φορές για να αποκτήσουν το κατάλληλο χρώμα του σώματος. Πολλά από τα χρώματα των κοστουμιών, στην αρχή δεν άρεσαν στον Κουν, μου ζητούσε να τ’ αλλάξω, και μετά από λίγο καιρό τα ήθελε να γίνουν όπως ήταν πρώτα.

Στη Λυσιστράτη εκτός από τις άλλες δυσκολίες και τα προβλήματα, και τα υφαντά υφάσματα ήταν όλα στολισμένα με σχέδια που έγιναν με στάμπες. Όλοι οι ηθοποιοί που λάμβαναν μέρος σ’ εκείνη την παράσταση με είχαν βοηθήσει στη διακόσμηση με τις στάμπες, η Μάγια Λυμπεροπούλου, η Ρένη Πιττακή, ο Αρμένης, ο Παπαϊωάννου, ο Κουγιουμτζής, η Κοταμανίδου, η Αλεξανδράκη, η Καραγιάννη, ο Βουτέρης, ο Μπουσδούκος, ο Καρακατσάνης, ο Χρυσικάκος και πολλοί άλλοι. Αν όλοι αυτοί δεν είχαν βάλει το χεράκι τους, δεν θ’ ανέβαινε ποτέ αυτή η ιστορική παράσταση του Αριστοφάνη.

Συχνά ο Κουν μου έλεγε: «Πολλές φορές, ίσως να σε παρασέρνω, αλλά φρόντιζε εσύ να επιμένεις στη δική σου άποψη, κοίταξε εσύ να βρεις ποιο είναι το σωστό».

Όταν σε κάποια πρόβα δοκίμαζε τους ηθοποιούς για το χορό της Λυσιστράτης, μου είπε εμπιστευτικά. «Η Α είναι πολύ κοντή και δεν ταιριάζει με τους υπόλοιπους, αποφάσισα να τη βγάλω».

«Αυτή που θέλετε να βγάλετε, εμένα μου αρέσει περισσότερο από τις υπόλοιπες γυναίκες, γιατί από μόνη της είναι πολύ αστεία και επί πλέον κατά τη γνώμη μου διαθέτει πολύ όμορφη κίνηση».

«Ίσως να έχεις δίκιο».

Μετά από λίγο καιρό μου ομολόγησε ότι την Α θα την κρατούσε τελικά, γιατί ό,τι της υποδείκνυε να κάνει, το πρόβαλλε πολύ όμορφα. 

Δουλεύοντας με τον Κουν έπρεπε να έχεις πολύ υπομονή, κουράγιο και απεριόριστο χρόνο, πολλές φορές με έπαιρνε στο τηλέφωνο αργά τη νύχτα και μου έλεγε τη γνώμη του για πράγματα που έπρεπε να ξαναγίνουν από την αρχή.

Στις πρόβες ανακάλυπτε τα καλύτερα στοιχεία που διέθεταν οι ηθοποιοί του, εμπνεόταν από τις κινήσεις και τη συμπεριφορά τους. Όταν δούλευε το χορό έλεγε στους ηθοποιούς: «Να, έτσι πρέπει να το κάνετε, όπως ο Α, κοιτάξτε τι ωραία το κάνει, προσπαθήστε». «Να, τώρα ο Γ το κάνει καλύτερα από τον Α, για προσπαθήστε και εσείς. Φροντίστε οι κινήσεις σας να έχουν στόχο και νόημα, προσπαθήστε να γεύεστε τις κινήσεις σας, να σας πείθουν και να σας ευχαριστούν. Προσπαθήστε πάλι, μη ξεχνάτε, ότι η κάθε σας λέξη και η κάθε σας κίνηση πρέπει να έχει αντίκρισμα, τα λόγια να ταυτίζονται με την κίνηση και η κίνηση με τα λόγια. Να ακούτε αυτά που λέτε και να συμπεριφέρεστε ανάλογα».

Αν αντιλαμβανόταν ότι κάποιοι από τους ηθοποιούς δεν μπορούσαν να κάνουν αυτά που τους υποδείκνυε νευρίαζε και γινόταν απότομος και δύστροπος.

Όλοι οι ηθοποιοί φρόντιζαν να δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό. Ο Κουν το εκτιμούσε ιδιαίτερα, όμως στην εξέλιξη της πρόβας, καθώς ούτε κι αυτό του ήταν αρκετό, κι αφού συνέχιζε να τους βγάζει κυριολεκτικό το λάδι ζητώντας τους το ακατόρθωτο, στο τέλος, τις περισσότερες φορές, το κατόρθωναν.

Συχνά ο Κουν αναφερόταν στον Τσαρούχη. Μου έλεγε: «Ο Τσαρούχης τα κοστούμια της Λυσιστράτης θα τα έφτιαχνε διαφορετικά, όμως και τα δικά σου είναι καλά. Ο Τσαρούχης ποτέ δεν θα χρησιμοποιούσε τόσο έντονα χρώματα, ωστόσο τα δικά σου είναι αλλιώτικα, πάντως μου αρέσουν. Για κοίταξε αυτή τη μάσκα που χρωμάτισε ο Τσαρούχης, έτσι να τις φτιάξεις κι εσύ», κι αμέσως άλλαζε γνώμη, «να τη χρωματίσεις όπως εσύ νομίζεις».

Εμένα όσες φορές μου μιλούσε για τον Τσαρούχη ανατρίχιαζα, δεν τον πήγαινα καθόλου, ένιωθα μια βαθιά αντιπάθεια γι’ αυτόν τον άνθρωπο, γιατί ήταν ιδιαίτερα δύστροπος, αλλά ούτε και η ζωγραφική του μου άρεσε, όπως δεν άρεσε και στους Γάλλους που γνώριζα, τη θεωρούσαν ιδιαίτερα γραφική. Ο Τσαρούχης όμως υπήρξε κάτι το ιερό για το Θέατρο Τέχνης, τον ανέφεραν κάθε στιγμή. Είχε πλημμυρίσει το Θέατρο Τέχνης με γκριζόμαυρα φόντα και με μια μελαγχολική, σχεδόν, μακάβρια διάθεση. Μισούσα τα γεώδη χρώματά του, ωστόσο έπρεπε να καταπίνω όλη αυτή την ιερή λατρεία, αν ήθελα να παραμείνω στο Θέατρο Τέχνης. Παρακολούθησα στο Θέατρο των Εθνών του Παρισιού τους «Πέρσες» του Κουν και μου φάνηκαν τα ρούχα που είχε σχεδιάσει ο Τσαρούχης αρκετά ντεμοντέ, καθώς ήταν διακοσμημένα με τουριστικά σχήματα -μαιάνδρους και άλλα τέτοια παρόμοια σχέδια.

Στις πρόβες της Λυσιστράτης στο Λονδίνο, όπου ο Τσαρούχης είχε έλθει για να δει τον Κουν, εξέτασε τα σκηνικά και τα κοστούμια μου, αλλά δεν μου είπε τίποτα. Νομίζω ότι για κάποιες τέτοιες εμπάθειες τον είχε απομακρύνει ο Κουν από το Θέατρο Τέχνης και ποτέ άλλοτε δεν συνεργάστηκε μαζί του, εξαιτίας του χαρακτήρα του και κυρίως για τις κακίες που ξεστόμιζε σε βάρος του. Θέλω να πιστεύω ότι ο Κουν χαιρόταν με την καινούργια χρωματική αντίληψη που ήθελα να επιβάλω στο Θέατρο Τέχνης. Υπήρξα ο πρώτος σκηνογράφος που δούλεψε με έντονα τολμηρά χρώματα. Μετά από μένα, υπήρξαν σκηνογράφοι που συνεργάστηκαν με το Θέατρο Τέχνης, οι οποίοι κακοποίησαν τόσο τη χρωματική μου ελευθερία όσο και, γενικά, τον τρόπο που αντιμετώπιζα τα σκηνικά, τα κοστούμια και τα διάφορα αντικείμενα, που συνέχιζαν να τα χρησιμοποιούν, κυρίως στις κωμωδίες του Αριστοφάνη.

[…] μας δόθηκε η ευκαιρία [με τον Ανδρέα] να μιλήσουμε για το θέατρο. Πρώτος άρχισα εγώ.

«Ο Κουν διαθέτει ένα πράγμα μοναδικό, είναι εκπληκτικά ικανός να βγάζει από τους συνεργάτες του τον καλύτερό τους εαυτό. Ποτέ δεν έχει ένα αποκρυσταλλωμένο όραμα για τα έργα που ανεβάζει, τα περισσότερα πράγματα τα βρίσκει στην πρόβα. Όταν κάτι δεν του βγαίνει, κι αυτό συμβαίνει αρκετά συχνά, καταφεύγει στο μοιραίο στιλιζάρισμα, που παρασύρει τους ηθοποιούς και τους αναγκάζει να ενεργούν σαν μαριονέτες».

«Γι’ αυτό κι εγώ δεν προσπάθησα να συνεργαστώ με το Θέατρο Τέχνης, γιατί αντιπαθώ αυτό το στιλιζάρισμα, την υπερβολή, την παραμόρφωση και το αφύσικο», ο Αντρέας βρήκε την ευκαιρία να μου πει ανοικτά την γνώμη του για τον Κουν. Μέχρι τότε, πάντα απέφευγε να μου μιλήσει ευθέως, και τον καταλαβαίνω, αν και δεν νομίζω ότι έχει δίκιο, γιατί κοντά στον Κουν μαθαίνεις σπάνια πράγματα και μοναδικά που αφορούν την τέχνη του ηθοποιού.

«Ο Κουν ποτέ δεν είναι σίγουρος για τα καινούργια πράγματα που του προτείνουν οι συνεργάτες του. Όλα τα περνάει από το μαρτυρικό του κόσκινο, και το κοσκίνισμα αυτό δεν είναι πάντα αλάνθαστο. Επιμένει τρομακτικά στις λεπτομέρειες, σε ασήμαντα πράγματα, με αποτέλεσμα να του ξεφεύγουν άλλα πιο ουσιαστικά. Όταν δούλευα το σκηνικό και τα κοστούμια για τη Λυσιστράτη, με μεγάλη δυσκολία έκανα αυτά που ήθελα, συνεχώς αντιμετώπιζα διαφωνίες και προκαταλήψεις. Στο Θέατρο Τέχνης πρέπει πρώτα να παραμερίσεις όλες αυτές τις προκαταλήψεις και τις συνταγές και μετά να επιχειρήσεις να κάνεις κάτι καινούργιο και πρωτότυπο. Εγώ, που βρίσκομαι στο Παρίσι κάθε λίγο και λιγάκι, δεν αντιμετωπίζω φραγμούς και συνταγές, είμαι πλημμυρισμένος από καινούργιες αντιλήψεις και ιδέες. Μερικές από αυτές τις βρίσκει ενδιαφέρουσες ο Κουν, αλλά θέλει να τις δοκιμάσει κυρίως, σιγά σιγά, κρίνοντας και από τις αντιδράσεις των άλλων».

«Και πώς κατορθώνεις να επιβιώνεις εκεί μέσα, με όλη αυτή την ασφυκτική ατμόσφαιρα, που όπως μου λες δεν σου ταιριάζει καθόλου;» με ρώτησε ο Αντρέας και καθώς με κοιτούσε με μεγάλη ένταση, θέλησα να του εκμυστηρευτώ τι ήταν αυτό ακριβώς που περισσότερο εκτιμούσα στον Κουν και με έκανε να επιμένω να συνεργάζομαι μαζί του.

«Πάνω απ’ όλα ο Κουν μου αρέσει, διότι διαθέτει μια γνήσια θεατρικότητα που βγαίνει από μέσα του. Ο ίδιος αποτελεί μια θεατρική πράξη, μια θεατρική αγαλλίαση. Οι πρόβες του αποτελούν για μένα τεράστια απόλαυση. Ανακαλύπτει, ενώ δουλεύει με τους ηθοποιούς τόσα πολλά ουσιαστικά πράγματα και διατυπώνει τόσο σημαντικές σκέψεις που είναι μεγάλο μάθημα και ανείπωτη χαρά να βρίσκομαι κοντά του, στις ερμητικές αυτές στιγμές της θεατρικής του δημιουργίας. “Να μην ωραιοποιείς και να μη σέβεσαι τις φράσεις, άλλες είναι πιο κοντές, άλλες πιο παραπεταμένες, άλλες πιο μουντζουρωμένες και τσαπατσούλικες”. “Το μυστικό της κίνησης είναι κίνηση και μετά ακινησία, κίνηση και μετά ακινησία, και τα δύο μαζί κάνουν μουτζούρα”. “Να γεύεσαι τις λέξεις, η χαρά εκφράζεται στα άκρα μας”. “Στο θέατρο του Παραλόγου δεν υπάρχει δραματικό στοιχείο παρά μόνο κωμικό και τραγικό, όχι όμως δραματικό”. Τέτοια υπέροχα πράγματα διατυπώνει διαρκώς ο Κουν στους ηθοποιούς του και μεταμορφώνει τους ρόλους σε απόλυτη θεατρική μαγεία». […]

Μετά τη Λυσιστράτη σχέδιασα τα σκηνικά και τα κοστούμια για το «Νεκροταφείο αυτοκινήτων» του Αραμπάλ, ένα από τα πιο τολμηρά έργα του Θεάτρου του Παραλόγου. Ο Κουν αν και του άρεσε το έργο, το έβρισκε αρκετά ψυχρό εξαιτίας της μεταλλικής του υφής. Θα προτιμούσε τ’ αυτοκίνητα να ήταν φτιαγμένα από οποιοδήποτε άλλο υλικό παρά από λαμαρίνες, ωστόσο ο Αραμπάλ δεν επιτρέπει το ανέβασμα του έργου αν τ’ αυτοκίνητα δεν είναι αυθεντικά. Τρέχαμε διαρκώς με τον Λαζάνη στα διάφορα νεκροταφεία αυτοκινήτων των Αθηνών για να εξασφαλίσουμε τα απαραίτητα αυτοκίνητα. Τελικά το σκηνικό του έργου λειτούργησε ιδιαίτερα εντυπωσιακά στο κοινό, όπως και τα κοστούμια των χίπηδων. Τα αυθεντικά αυτοκίνητα, η μοτοσυκλέτα, οι αλυσίδες, οι λαστιχένιες ρόδες δημιούργησαν μια έντονη σύγχρονη αίσθηση. Μ’ αυτό το σκηνικό συζητήθηκα ιδιαίτερα ως σκηνογράφος, και από τότε άρχισαν να με κατακλύζουν προτάσεις από εμπορικά θέατρα, κάτι που με κολάκευε αλλά δεν το είχα επιδιώξει, γιατί η πρόθεσή μου ήταν στο θέατρο να δουλεύω μόνο με καλλιτεχνικά πρωτοποριακά σχήματα και κυρίως να ασχολούμαι με τη ζωγραφική. Ήθελα πάνω απ’ όλα να με υπολογίζουν και να με εκτιμούν ως ζωγράφο-σκηνογράφο κι όχι ως σκηνογράφο-ζωγράφο, για μένα αυτό που έχει μεγάλη σημασία και παίζει πρωταρχικό ρόλο είναι η καριέρα μου ως ζωγράφου. […]

Μετά από λίγο, ασχολήθηκα και με τα σκηνικά και τα κοστούμια του «Δράκου» του Σβαρτς, μιας από τις καλύτερες παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης, μ’ έναν θαυμάσιο Καρακατσάνη σ’ ένα από τους σημαντικότερους ρόλους της καριέρας του. Τη σκηνοθεσία του έργου την είχε αναθέσει ο Κουν στον Λαζάνη, όμως ο ίδιος είχε, όπως πάντα, τη γενική εποπτεία. Ως εκ τούτου έπρεπε ν’ αντιμετωπίσω και πάλι δύο σκηνοθέτες, κατάσταση αρκετά δύσκολη και μάλιστα για το Θέατρο Τέχνης που κι η παραμικρή λεπτομέρεια είχε σημασία.

Είχα σχεδιάσει ένα ουδέτερο σκηνικό με διάφορα συρόμενα παραβάν, που βοηθούσαν για τις γρήγορες αλλαγές των σκηνών. Τα χρώματα των ενδυμάτων ήταν μάλλον υποτονικά, είχα χρησιμοποιήσει διάφορα ζέρσεϊ υφάσματα με γεωμερικά σχήματα. Τα ρούχα αν και ακολουθούσαν κατά κάποιο τρόπο την εποχή του έργου ήταν σχεδιασμένα με σύγχρονη αντίληψη, με τη μέθοδο του κολάζ θα έλεγα, ήταν μια ενδυματολογική προσέγγιση με ξεχωριστή ζωντάνια στο σύνολο της.

Πολλές φορές αντιλαμβανόμουν ότι ο Λαζάνης είχε πιο προχωρημένες προτάσεις από τον Κουν, αλλά δεν τολμούσα να το ομολογήσω, μια κι εκεί μέσα η παραμικρή λέξη και κίνηση περνούσε από αυστηρό έλεγχο. […]

Του Κουν δεν του άρεσε που είχα αρχίσει να συνεργάζομαι με εμπορικά θέατρα. Εγώ όμως, αφενός μεν είχα αφάνταστα κουραστεί από την ερμητική ατμόσφαιρα του Θεάτρου Τέχνης, αφετέρου αντιμετώπιζα οικονομικά προβλήματα που συνετέλεσαν στο να μη με αφήσουν αδιάφορο οι προτάσεις από τα εμπορικά θέατρα. Από τις εκθέσεις ζωγραφικής μου, που γινόντουσαν κατά διαστήματα, καθώς και από τα μαθήματα σκηνογραφίας που παρέδιδα στο Θέατρο Τέχνης, κέρδιζα ελάχιστα χρήματα. Άλλωστε, ακόμα κι αν δεν το αποφάσιζα εγώ προσωπικά, αργά ή γρήγορα η συνεργασία μου με τον Κουν κάποια στιγμή μοιραία θα σταματούσε, όπως κι έγινε μετά από λίγο καιρό.

Μεσολάβησαν κάποια γεγονότα, αλλά ήταν κι η απαράδεκτη ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο Θέατρο Τέχνης, η αποπνικτική αυστηρότητα κι ο αδιάκοπος έλεγχος που με έκαναν να διατηρήσω κάποια επιφυλακτική συμπεριφορά. Μετά από την παράσταση του «Λαβύρινθου» του Αραμπάλ, όπου είχα σχεδιάσει τα σκηνικά και τα κοστούμια, σε σκηνοθεσία του Χατζημάρκου με την απόλυτη εποπτεία του Κουν, αισθάνθηκα μια αλλαγή στη συμπεριφορά του, κι αυτό με έκανε να απομακρυνθώ από το θέατρο.

Από τότε δεν δούλεψα ποτέ στο Θέατρο Τέχνης ως σκηνογράφος, όμως παρέμεινα ως καθηγητής της σχολής για πολλά ακόμα χρόνια, ώσπου κάποια στιγμή, απογοητευμένος και πάλι, αναγκάστηκα να διακόψω οριστικά κάθε σχέση μου με το Θέατρο Τέχνης. Ωστόσο πρέπει να ομολογήσω ότι χρωστάω πολλά πράγματα στον Κουν. Κοντά του έμαθα να δουλεύω με επιμονή, πειθαρχία και ανεξάντλητη ένταση και πάθος. Ακόμα νοσταλγώ τις μέρες που συνεργάστηκα μαζί του. Υπήρξαν οι καλύτερες της θεατρικής μου καριέρας. 

Επίμετρο

Παλιότερα ασχολιόμουν πολύ με το θέατρο, σχεδιάζοντας σκηνικά και κοστούμια, ωστόσο αργότερα κουράστηκα αφάνταστα με τις αγγαρείες και τη φθορά που έπρεπε να υφίσταμαι. Συχνά ήμουν αναγκασμένος να κάνω ακόμα και τον φροντιστή, γεγονός που με έκανε να μάθω πολλά πράγματα αλλά που με εξαντλούσε.

Έχω δουλέψει με μεγάλους σκηνοθέτες, όπως έχω ήδη πει και με τον μεγαλύτερο, τον Κάρολο Κουν. Με τους μεγάλους σκηνοθέτες ό,τι κι αν κάνεις είναι δημιουργία, ενώ με τους ασήμαντους, αγγαρεία και απογοήτευση. Δεν έχω πια αυτή τη μοναδική εύνοια, άλλωστε πού να βρεθούν σήμερα οι μεγάλοι εμπνευσμένοι θεατρικοί σκηνοθέτες. Αυτά ίσως να συμβαίνουν για μικρό χρονικό διάστημα σε κάθε αιώνα, προτίμησα λοιπόν ν’ αποσυρθώ από το θέατρο. Το αγαπώ κι όταν βλέπω να κακοποιείται, πληγώνομαι αφάνταστα. Δεν υπάρχουν πια μεγάλοι θεατρικοί σκηνοθέτες, ούτε καν και ηθοποιοί θα έλεγα, μια και οι περισσότεροι έχουν αναδειχθεί από την τηλεόραση. Καλύτερα να απέχω από το θέατρο, και να συνεχίζω να το λατρεύω σαν νοσταλγός, παρά να συμμετέχω σ’ αυτό το μακελειό.

Το τελευταίο σημαντικό έργο που δούλεψα σχεδιάζοντας τα σκηνικά και τα κοστούμια ήταν ο Προμηθέας Δεσμώτης. Η παράσταση της Επιδαύρου θα μου μείνει αλησμόνητη. Έζησα στιγμές υπέροχες από τις μοναδικές της θεατρικής μου καριέρας. Οι κριτικές δικαίωσαν το σκηνογραφικό και ενδυματολογικό μου όραμα. Μετά απο τέτοιες κριτικές πρέπει να προσέχει κανείς πολύ. Μια μεγάλη θεατρική αποτυχία μπορεί να σβήσει τα πάντα και να θεωρείς τον εαυτό σου όχι μόνο ανίκανο αλλά και ένοχο που είναι και το χειρότερο. Με το θέατρο δεν μπορείς να παίζεις… 

Στο τελευταίο μου βιβλίο το Χάρμα Οφθαλμών έχω συμπεριλάβει ολόκληρη τη ζωή μου, τις φιλοδοξίες, τα ερεθίσματα και τα όνειρά μου. Πολλά από τα πρόσωπα είναι φανταστικά, ωστόσο περιέχονται γεγονότα πραγματικά που σημάδεψαν τη ζωή μου ολόκληρη. Εξομολογούμαι ιστορίες από τις ανθρώπινες αδυναμίες, με κάποια ίσως τολμηρότητα που πιθανόν να σοκάρει αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς έτσι παρουσιάζεται η ζωή την οποία πρέπει να κατανοούμε και να μην την αποστρεφόμαστε, όπως γίνεται και με την τέχνη. Δεν αποτελούμε τίποτα παραπάνω από ένα εύθραυστο κομμάτι χαρτί. Η ματαιότητά μας επιβεβαιώνει την προσωρινότητά μας πάνω στη γη. Ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε ό,τι κρύβεται βαθιά μέσα μας, αυτό που σε τελική ανάλυση αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της βιολογικής ή πνευματικής μας κληρονομιάς. Η προσέγγιση αυτή σίγουρα θα μας οδηγήσει κάπου σ’ ένα φωτεινότερο μέλλον…

(ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ TOY ΦΑΙΔΩΝΑ ΠΑΤΡΙΚΑΛΑΚΙ ΜΕ ΤΙΤΛΟ ΧΑΡΜΑ ΟΦΘΑΛΜΩΝ, ΠΟΥ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΤΟΥ 2011, ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ» © 2011 «Μανδραγόρας» ΑΣΤΙΚΗ ΜΗ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ )